6 Δεκεμβρίου 2022 3:24 μμ

Ξετυλίγοντας το Λευκαδίτικο διασίδι και η έξοχη αϋφάντρα Εύα Πάλμερ-Σικελιανού!

Γράφει
ο Θοδωρής Γεωργάκης 

Μια νιότη πρωτάρικη και νοσταλγική ξεπηδά μέσα από τούτες τις αναφορές μας, που ακολουθούν, στις Λευκαδίτισσες γυναίκες Αϋφάντρες στο διάβα των χρόνων, που, πέραν από τούτο το τίμιο εργόχειρο καρδιάς, στάθηκαν στην πρωτοπορία του δρόμου μας και μας τραγούδησαν το δικό τους Άσμα Ασμάτων στο προσκεφάλι μας με το πρώτο τους νανούρισμα, θρεμμένο ολόσωμα απ’ την λυτρωτική τους αγάπη, εφοδιασμένες με την πολυγνωσία της μάνας και της πρώτης μας ουσιαστικά δασκάλας. Ξεσκαλίσματα όλα τούτα της γυναικείας ψυχής, διανθισμένα με υποβλητικές εικόνες, γαληνή ιλαρωσύνη και απέραντη τρυφεράδα, υφασμένα με μοναδική μαεστρία όλα στον ΑΡΓΑΛΕΙΟ της προκοπής και της προσφοράς μεταφορικά και κυριολεκτικά…

Αργαλειός! Η θεία βρύση της δημιουργίας και της αρμονίας, που φέρνει στο προσκήνιο τόσο αισθαντικά, τόσο ιστορικά και εκφραστικά την Αγιομαυρίτικη γυναικεία φιγούρα, της οποίας ήταν και είναι ακόμη και σήμερα αποκλειστικό προνόμιο! Ο αργαλειός, απ’ τα βάθη των αιώνων, αποτέλεσε την παραγωγική μονάδα του Λευκαδίτικου νοικοκυριού, βέβαια και κάθε Ελληνικού νοικοκυριού, σε εποχές, μάλιστα, που ήταν, ουσιαστικά κύρια πηγή τροφοδοσίας ενδυμάτων για τα μέλη της οικογένειας, κλινόρουχων για τις ανάγκες του ύπνου, αλλά και όλων των υφασμάτινων εξαρτημάτων ενός νοικοκυριού. Έρχεται έτσι ο αργαλειός μέσα απ’ την αρχαιότητα, σαν το απαραίτητο εξάρτημα κάθε οικογένειας, με πιο γνωστό τον Μινωϊκό αργαλειό, το παραλληλόγραμο σχήμα του οποίου φτάνει μέχρι της μέρες μας αναλλοίωτο!

Η κατασκευή του, πρώτα των δύο βασικών αξόνων του συνδεδεμένων μεταξύ τους και τοποθετημένων σε σχήμα, όπως προαναφέρθηκε, παραλληλόγραμο, γίνονταν από σκληρό ξύλο, κυρίως από ρουπάκι, ή κυπαρίσσι, η αμυγδαλιά, τα τρία πιο σκληρά και ανθεκτικά ξύλα της Λευκαδίτικης χλωρίδας, για λόγους αντοχής στους κραδασμούς, που προκαλούνταν απ’ τις κινήσεις της ανυφάντρας. Έπειτα το ξυλόχτενο, το εξάρτημα που μπρος – πίσω κινούμενο απ’ την χειρίστρια ενσωμάτωνε αρμονικά την κλωστή της σαϊτας, το περίφημο υφάδι, στο σώμα του στημονιού, το οποίο ήταν και είναι η πεμπτουσία του αργαλειού, η βάση της ύφανσης και της δημιουργίας, σταθερά τοποθετημένο και περασμένο απ’ τα ξυλόχτενα και τα μιτάρια, τα οποία μιτάρια ήταν δύο, αλλά και τέσσερα, όταν ήθελαν να φτιάξουν το περίφημο δίμιτο ύφασμα. Τα δύο αντιά μπρος και πίσω, στο ένα τυλιγμένο το στημόνι και στο άλλο το παραγόμενο ρούχο. Τα προγγίδια, ξύλινα επιμήκη αντικείμενα με εξοχές στις άκρες για να κρατούν τεντωμένο το στημόνι και να διαβαίνει καλύτερα η σαΐτα, στις μέρες μας αυτά τα προγγίδια είναι σιδερένια και πτυσσόμενα για να προσαρμόζονται ανάλογα στο πλάτος του στημονιού.

Έπειτα τα καρούλια που κρέμονται πάνω τους σπάγγοι οι οποίοι ανεβοκατέβαζαν, ανάλογα με τον χειρισμό της ανυφάντρας τα μιτάρια. Τα δύο ποδαρικά, που αποτελούνταν από δύο μικρές τάβλες δεμένες με σπάγκο απ’ τον κύριο κορμό του αργαλειό, που πατώντας τα εναλλάξ οι ανυφάντρες άνοιγαν το στημόνι να περάσει η σαϊτα. Η σαΐτα, μια απίθανη ξύλινη κατασκευή σε σχήμα θα λέγαμε πεπιεσμένου όμικρον με τις δύο άκρες μυτερές, ώστε να διέρχεται απ’ το στημόνι, και μέσα της είχε το μασούρι με το υφάδι το οποίο κινούμενο περιστροφικά άδειαζε το νήμα και διέρχονταν μέσα απ’ το στημόνι.

Ένα σημαντικό εργαλείο, του κάθε σπιτιού, ήταν ο αργαλειός, στον οποίο δημιουργούσαν, όπως προαναφέραμε, τα λεπτά σκουτιά, αλλά και τα χοντροσκούτια του σπιτιού, που ήταν είδος πρώτης ανάγκης, μα και προίκα του κάθε κοριτσιού, στο άνοιγμα του νέου σπιτικού της. Σεντόνια, μαξιλαροθήκες, λινοσέντονα, πετσέτες προσώπου και φαγητού, λωριδένια, κουρελούδες, σαγιάσματα, κυπαρισσένια, απλάδια, μαντανίες, καρπέτες, βελέτζες, ήταν τα ρούχα, που παρήγαγε η Λευκαδίτισσα αϋφάντρα στον αργαλειό της, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν λιγόστευαν οι αγροτικές εργασίες, αλλά και όταν οι καιρικές συνθήκες επέτρεπαν την διαδικασία στησίματος του αργαλειού, μια διαδικασία που αποτελούνταν από έξι στάδια και τα οποία επιγραμματικά ήταν τα εξής:

Πέρασμα της ματσέτας του νήματος στα καλάμια, διάσιμο των καλαμιών και δημιουργία της βροχίδας, τύλιγμα της βροχίδας στο αντί, μπελόνιασμα και πέρασμα στα μιτάρια και στο χτένι, σκάριασμα αντιού, μιταριών και χτενιού στον αργαλειό, έναρξη της ύφανσης με το στημόνι και το υφάδι, όπου το στημόνι ήταν το σταθερό νήμα στον αργαλειό και το υφάδι ήταν το νήμα που περνούσαν, με την σαϊτα, ανάμεσα στο στημόνι.

Κατά το πρώτο στάδιο των καλαμιών, η νοικοκυρά αγόραζε από τον πλανόδιο έμπορο το νήμα, ή αβυζάριζε να της το φέρει ο άντρας της απ’ την χώρα, σε μορφή ματσέτας, ή κούκλας, που ήθελε να υφάνει, η σχετική ορολογία αφορούσε στο «πόσους πήχες ήθελε να ρίξει». Ο πήχης ήταν ένα είδος εμπειρικού μέτρου και μετρούνταν από το μέσον του στέρνου μέχρι τα δάχτυλα του ανοιγμένου, δεξιά, ή αριστερά χεριού. Μάλιστα, προκειμένου να έχουν αυτό το μέτρο σταθερό και να μην απλώνουν κάθε φορά το χέρι, άπλωναν σε αυτό το άνοιγμα την μπροστοποδιά τους, ή το κότολό τους, και σημείωναν πάνω τους δύο σταθερά σημεία, τα οποία ήταν ο πήχυς, ώστε να τον χρησιμοποιούν στο μέτρημα το νήματος. Το νήμα ήταν σε μορφή ματσέτας, δηλαδή τυλιγμένο γύρω από σταθερό αντικείμενο. Έπαιρναν αυτό το νήμα και το περνούσαν στα καλάμια, με το ανεμίδι και την ανέμη.

Το δεύτερο στάδιο ήταν το διασίδι. Τα καλάμια, όπως ήταν γεμάτα με νήμα, τα περνούσαν μέσα σε μπανέλες από άχρηστες ομπρέλες, τις οποίες στέριωναν οριζόντια σε τρία κρεμασμένα, από ψηλό σημείο, σχοινιά, στην άκρη των οποίων σχοινιών ήταν κρεμασμένες πέτρες, προκειμένου να είναι τεντωμένα, αλλά και να μην ακουμπούν στην γη, ώστε να γίνεται ευκολότερα το ξετύλιγμα του νήματος από τα καλάμια, το οποίο νήμα άπλωνε η γυναίκα – διάστρα σε ειδικές δέσμες, τις βροχίδες, οι οποίες ήταν σε αντίστοιχα καρφιά, σταθερά μπηγμένα στην γη. Η δημιουργία της κάθε βροχίδας ήταν λεπτή δουλειά, αφού έπρεπε, να μην μπερδευθούν μεταξύ τους και να αντιστοιχούν στο δικό τους καρφί, για να είναι ευκολότερη η χρήση τους στις υπόλοιπες εργασίες, που ακολουθούσαν.

Ακολουθούσε το τύλιγμα αυτών των βροχίδων πάνω στο αντί του αργαλειού, ως εξής: Xρησιμοποιούσαν την τυλίχτρα, ένα ξύλινο τετράγωνο κατασκεύασμα, πάνω στην οποία κάθονταν μια γυναίκα, για να είναι σταθερή, στο πάνω δε μέρος της τυλίχτρας τοποθετούσαν το αντί, έβαζαν, εν συνεχεία, τις βροχίδες πάνω σε ένα σκαμνί, στο οποίο στέριωναν μια βαριά πέτρα, προκειμένου να είναι δυσκολομετακίνητο και τις άκρες των βροχίδων τις έδεναν πάνω στο αντί. Η καθήμενη επί της τυλίχτρας γυναίκα τραβούσε, σιγά-σιγά, το σκαμνί και έτσι το νήμα των βροχίδων μαζεύονταν περιμετρικά στο αντί. Όταν είχε μαζευτεί όλο το νήμα των βροχίδων πάνω στο αντί, τότε ακολουθούσε το πέρασμα αυτού του τυλιγμένου στο αντί νήματος στα μιτάρια και στο χτένι, το λεγόμενο μπελόνιασμα, κατά το οποίο, το γεμάτο με νήμα αντί τοποθετούνταν πάνω σε δύο καρέκλες, απόστασης όση το μήκος του αντιού, οπότε, αντικριστά, κάθονταν δύο γυναίκες, η μια, με μαχαίρι, έδινε κλωστή-κλωστή και μέσα από τα μιτάρια, στην άλλη απέναντι γυναίκα, η οποία την περνούσε και μέσα από το χτένι.

Μάλιστα στα χωριά μας πολλές φορές καθόμαστε και εμείς τα παιδιά απέναντι στη μάνα μας και παίρναμε τις κλωστές που μας έδινε με το μαχαίρι! Με την ολοκλήρωση και αυτής της εργασίας, η όλη διαδικασία ήταν έτοιμη να τοποθετηθεί στον αργαλειό και να αρχίσει η ύφανση. Αυτή η διαδικασία των έξι επιπέδων απαιτούσε ειδίκευση και εμπειρία, αφού ήταν πολλή λεπτή και εγκεφαλική εργασία, γι’ αυτό και οι διάστρες, ήταν ελάχιστες σε κάθε χωριό, οι οποίες φρόντιζαν να μάθουν την τέχνη του στησίματος γενικά του αργαλειού σ’ ένα από τα κορίτσια τους, ώστε να υπάρχει αδιάκοπη γνώση και εμπειρία του αντικειμένου στο χωριό. Μαθητής του Δημοτικού Σχολείου, ενθυμούμαι την μάνα μου, στο χωριό μας το Πινακοχώρι, σχεδόν κάθε καλοκαιρινό πρωινό, να κάνει και από ένα διασίδι στην μεγάλη αυλή του σπιτιού μας, όπου προσέρχονταν γυναίκες ακόμη και από γειτονικά χωριά, προκειμένου να τους στήσει το διασίδι, γνώση την οποία της είχε μεταδώσει, με την σειρά της, η δική της μητέρα.

Η Λευκαδίτισσα μητέρα εργάζονταν στον αργαλειό της ώρες ατέλειωτες, μερικές φορές, μάλιστα χαράματα το πρωί, αλλά και νυχτέρια ολάκερα, με μοναδικό φωτισμό το λιγοστό φως του λυχναριού, ώστε να δημιουργήσει τις προίκες των κοριτσιών της και τις ανάγκες του νοικοκυριού της. Εκλεπτυσμένη δουλειά ήταν η δημιουργία της σπάθας, κυρίως στα σεντόνια, στα μεσάλια και στις πετσέτες. Οι σπάθες ήταν χρωματιστό νήμα, συνήθως κόκκινο, ή πορτοκαλί, το οποίο περνούσαν τμηματικά ανάμεσα στο νήμα του στημονιού, ώστε να σχηματίζονται πλουμιστές παραστάσεις, κυρίως μαίανδροι και οι λεγόμενες κδέλες. Όταν δημιουργούσαν τα περίφημα χοντροσκούτια, δηλαδή βελέτζες, σαγιάσματα, μαντανίες, απλάδια και κυπαρισσένια, τότε τα έστελναν στην «νεροτροβιά», την σημερινή νεροτριβή, προκειμένου να χτυπηθούν στο νερό, ώστε το νήμα, ή το μαλλί, να μαλακώσει και να δώσει μεγαλύτερο όγκο στο χοντροσκούτι. Η νεροτροβιά ήταν στο Μοναστηράκι του Ξηρομέρου.

Ειδικός γυρολόγος, στα νεώτερα χρόνια, στα χωριά των Σφακιωτών, της Καρυάς και των Πηγαδισάνων ήταν ο Μπάρμπα-Στέφανος ο Μπέλτσος από την Καρυά, ο οποίος φόρτωνε το πανύψηλο άλογό του, με όσο το δυνατό περισσότερα χοντροσκούτια των νοικοκυριών, και τα πήγαινε στο Μοναστηράκι, όπου τα επεξεργάζονταν, για αρκετές μέρες, μέσα στην νεροτροβιά. Κατ’ αυτό το διάστημα επέστρεφε στα χωριά, για να φορτώσει, εκ νέου, νέα ρούχα, οπότε, με την διαδοχική αυτή διαδικασία, διακινούσε τα χοντροσκούτια των ανωτέρω χωριών, τα οποία ήταν έτοιμα, πλέον, για χρήση στα σπίτια του νησιού, ή για προίκες των κοριτσιών. Τοποθετούσαν αυτά τα επεξεργασμένα ρούχα σε γήκους, για να διατηρούνται σε άριστη κατάσταση, έτοιμα να αποτελέσουν το μεγάλο επίτευγμα της Λευκαδίτισσας νοικοκυράς, όταν θα τα παρουσίαζε στα Καρφώματα, της κόρης της, τότε που τα έριχναν στον Κόμπο, που δημιουργούσαν, για να μεταφερθούν τα προικιά στο σπίτι του γαμπρού. Μάλιστα ο σχετικός ανταγωνισμός, για το ποιά μάνα θα παρουσίαζε τα πιο πλουμιστά και περίτεχνα χοντροσκούτια, στα Καρφώματα της κόρης της, ήταν θέμα συζήτησης και ανταγωνισμού, για πολλές μέρες, στην μικρή και κλειστή κοινωνία των χωριών μας.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει για τα ονομαζόμενα Κυπαρισσένια χοντροσκούτια, αφού γίνονταν με την πυραμιδοειδή μορφή των κλώνων του κυπαρισσιού. Συγκεκριμένα, για να κατασκευαστεί αυτό το ρούχο, απαιτούνταν τέσσερα μιτάρια στον αργαλειό, σε σχέση με όλα τα άλλα ρούχα, που απαιτούσαν δύο μιτάρια. Με τα τέσσερα μιτάρια επιτυγχάνονταν αυτό το πέρασμα των κλωστών που είχε μορφή όπως οι κλώνοι του κυπαρισσιού.

1_diasidi

Aπό εδώ ξεκινούσαν όλα για το διασίδι στην μετακατοχική Λευκάδα… O Λάμπρος Παπαδόπουλος και το εμπορικό του στη χώρα. Από εδώ ψώνιζαν τις ματσέτες γνέματα για το διασίδι οι Λευκαδίτισσες γυναίκες, αλλά και τις βαφές που χρειάζονταν, για λινόρουχα και χοντροσκούτια του αργαλειού!

2_diasidi

Μα, και οι πλανόδιοι πραματευτάδες, με τα γαϊδουράκια φορτωμένα με τις κασελέτες, με τα είδη προικός και γνέματα, είχαν μερτικό στον Λευκαδίτικο αργαλειό!. Στη φωτό ο Τάκης Μάλφας ή Μπαλάσης απ’ την Καρυά, που γυρνούσε στα χωριά της Ορεινής Λευκάδος με τα έτοιμα είδη προικός και τα γνέματα του αργαλειού!

3_diasidi

Λευκαδίτικο διασίδι. Kαμάρι και χαρά η αρχιδιάστρα!

4_diasidi

Λευκαδίτισσα. Κι αν δεν υπάρχει η ανέμη δεν πειράζει. Υπάρχει το δάχτυλο του ποδιού…

5_diasidi

Μεγανήσι. Διασίδι υπό την εποπτεία των παιδιών…

6_diasidi

Ακόμη ένα Λευκαδίτικο διασίδι στα 1972 απ’ τον υπέροχο φωτογράφο Τάκη Τλούπα, που επισκέπτονταν τακτικά το νησί της Λευκάδος!

7_diasidi

Λευκαδίτικο διασίδι! Τα μασούρια και το γνέμα!

8_diasidi

Στο πηγάδι του Φρυά στα Ασπρογερακάτα με την ρόκα και το αδράχτι!

9_diasidi

10_diasidi

Πάνω το μπελόνιασμα στα μτάρια! Κάτω, καλοκαιράκι με το ανεμίδι και την ανέμη, για να περάσει το γνέμα στα μασούρια!

11_diasidi

Εξαίσια φωτογραφία του Κωνσταντίνου Μεγαλοοικονόμου! Λευκαδίτισσες διάστρες σαν μελισσούλες ιερουργούν πάνω στο γνέμα!

12_diasidi

13_diasidi

Λευκαδίτικος αργαλειός σε ώρα λειτουργίας! (Φωτο ΦΩΤΗΣ ΚΑΖΑΖΗΣ)

14_diasidi

Ακόμη ένα Λευκαδίτικο διασίδι σε εξέλιξη!

15_diasidi

Μεγανήσι Λευκάδος! Ο αργαλειός μου απ’ τα μικράτα μου σύντροφος πιστός! (Αρχείο ΙΩΑΝΝΗ ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΥ)

16_diasidi

17_diasidi

Πάνω, σύγχρονη Λευκαδίτισσα αϋφάντρα! Κάτω, στα Λαζαράτα Λευκάδος, όλα τα προικιά, που έφτιαξε η χρυσοχέρα μάνα στον αργαλειό της, μετά τα Καρφώματα της Παρασκευής πριν το στεφάνι, μεταφέρονται με τα άλογα στο σπίτι του γαμπρού!

18_diasidi

Εξαίσιο Νιόφωτο στον Αλέξανδρο Λευκάδος! Τα προικιά της! Ότι πολυτιμότερο για το άνοιγμα του νέου σπιτικού! (Αρχείο ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΝΕΑ).

19_diasidi

Το ίδιο πανέμορφο Νιόφωτο στο Κατωχώρι Λευκάδος! (Αρχείο Σ. Σκλαβενίτη).

Ο ΜΑΓΓΑΝΟΣ, ΤΟ ΛΙΝΑΡΙ, ΤΑ ΛΙΝΟΣΚΟΥΤΙΑ

Οι μεγάλες απαιτήσεις της πολυμελούς Λευκαδίτικης οικογένειας σε κλινοσκεπάσματα, όταν δεν αρκούσαν οι ποσότητες του μαλλιού των προβάτων και των γιδιών, οδηγούσε και στην αξιοποίηση των υφαντικών δυνατοτήτων του λιναριού, το οποίο έδινε μια θαυμάσια ποιότητα νήματος, από την οποία δημιουργούσαν τα περίφημα λινοσέντονα, τα σεντόνια που χρησιμοποιούσαν, κυρίως, το καλοκαίρι. Επίσης, ο λιναρόσπορος χρησιμοποιούνταν και για ιατρική χρήση, κυρίως, για ζεστά επιθέματα, τα αποκαλούμενα καταπλάσματα, αφού είχε μαλακτικές ιδιότητες.

Η καλλιέργεια του λιναριού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στα χωριά του νησιού και η επεξεργασία του, μέχρι την νηματοποίησή του, ήταν εξειδικευμένη. Μάλιστα ήταν τόσες μεγάλες οι ποσότητες παραγομένου λιναρόσπορου, ώστε οι Λευκαδίτες των νοτίων χωριών του νησιού, κυρίως, έκαναν εξαγωγές! Συγκεκριμένα, φόρτωναν καϊκια στον Λειψόπυργο της Ευγήρου και μετέφεραν τον λιναρόσπορο στον Πειραιά, για επεξεργασία παραγωγής λινέλαιου και κατασκευής ζωοτροφών! Όταν θέριζαν το λινάρι, τον Ιούνιο μήνα, τότε τοποθετούσαν, τα δεμάτια, μέσα σε μεγάλους λόμπους με νερό, του οποίους ονόμαζαν λινοβρόχια, για διάστημα είκοσι ημερών, πλάκωναν τα δεμάτια με μεγάλες πέτρες, ώστε να μένουν σταθερά, προκειμένου να φουσκώσει το στέλεχος του λιναριού, για να είναι πιο κατεργάσιμο και να γίνεται ίνες εύκολα.

Ακολούθως επεξεργάζονταν το λινάρι στον μάγγανο, ένα ξύλινο κατασκεύασμα, μήκους δύο μέτρων, αποτελούμενο από δύο μέρη. Το κάτω μέρος έφερε μια επιμήκη τριγωνική επιφάνεια, πάνω στην οποία έπεφτε με δύναμη το άνω μέρος, το οποίο έφερε αντίστοιχο κοίλωμα, με αποτέλεσμα, το μάτσο του λιναριού, που τοποθετούνταν ενδιάμεσα των δύο ξύλων, κατά την πρόσκρουση τους, να νηματοποιείται. Μάλιστα, όλη αυτή η κατεργασία, όταν γίνονταν από έμπειρους μαγγανιστές, τότε αποκτούσε μια αρμονία στις κινήσεις, που έμοιαζε με χορωδία μουσικής το κοπάνισμα του μάγγανου και το τίναγμα στον αέρα του μάτσου του λιναριού, προκειμένου να προχωρήσει παρακάτω η νηματοποίησή του. Έπαιρναν το νήμα σε μεγάλες ποσότητες, το οποίο, επεξεργάζονταν, όπως ακριβώς και το μαλλί, για να καταλήξει στον αργαλειό της αϋφάντρας!

20_diasidi

Ο Μάγγανος!

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΣΤΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ!

21_diasidi

22_diasidi

Προικοσύμφωνο του 1952 στον Αλέξανδρο! (Αρχείο ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΝΕΑ).

23_diasidi

24_diasidi

Κι άλλο Προικοσύμφωνο του 1955 στον Αλέξανδρο Λευκάδος! (Αρχείο ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΝΕΑ)

25_diasidi

Με το σακούλι για ψώνια στη Χώρα! Μια προκοπή του αργαλειού της στα νιάτα της αιώνια συντροφιά της και στις μέρες μας!

Η ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΑΫΦΑΝΤΡΑ ΕΥΑ ΠΑΛΜΕΡ – ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ

Απ’ τις πιο διάσημες και περίφημες ανυφάντρες, που θήτευσαν και μεγαλούργησαν πάνω στον Λευκαδίτικο αργαλειό, είναι η Εύα Πάλμερ, η Αμερικανίδα γυναίκα του Άγγελου Σικελιανού, μια άξια συμπαραστάτιδα στο μεγαλόπνοο σχέδιο του ουρανοβάμονα λυρικού μας ποιητή να καταστήσει τους Δελφούς πραγματικό ομφαλό της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς, μέσα από μια σειρά εκδηλώσεων αναβίωσης του πυλώνα αυτής της παγκόσμιας κληρονομιάς, του αρχαιοελληνικού πνεύματος των Αμφικτυονιών, συνυφασμένες με κάθε έκφανση του Ελληνικού Λαϊκού πολιτισμού σε όλες του τις διαστάσεις!

Η Εύα Πάλμερ διδάχθηκε την υφαντουργική τέχνη και την χρήση του Λευκαδίτικου αργαλειού όταν ευρίσκονταν ακόμη στο Παρίσι και συναναστρέφονταν με την αδερφή του Άγγελου Σικελιανού, την Πηνελόπη, η οποία ήταν σύζυγος του περίφημου Γάλλου χορευτή Ραϋμόνδου Ντάνκαν. Η Πηνελόπη, γνήσια Λευκαδιτοπούλα, είχε μάθει την τέχνη του αργαλειού απ’ την μητέρα της Χαρίκλεια, πράγμα που σημαίνει πως ο αργαλειός στην παλιά Λευκάδα δεν ήταν μόνο προνόμιο των χωριών του νησιού, αλλά και μέσα στο αστικό κέντρο τότε οι γυναίκες τον πολυχρησιμοποιούσαν και κατασκεύαζαν όλα τα ρούχα του σπιτιού τους. Σκοπός της Εύας και της Πηνελόπης ήταν να αναπαράγουν, με τον αργαλειό, την ποιότητα και την τέχνη των αρχαίων Ελληνικών ενδυμάτων. Κατασκεύασαν, έτσι, αργαλειό και ύφαιναν χιτώνες και χλαμύδες, γυναικεία ενδύματα τα οποία φορούσε η Εύα, μετέπειτα κατά το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στην Ελλάδα στο πλάϊ του Σικελιανού, περίπου εικοσιπέντε χρόνια.

Αυτή την τέχνη του αργαλειού, την οποία ξεκίνησε με την Πηνελόπη, η Εύα την τελειοποίησε το 1909 στα χωριά των Σφακιωτών, όταν βρέθηκε εκείνο το καλοκαίρι να περνά τις διακοπές της στου Πρεμεντινού, νιόπαντροι μαζί με τον Άγγελο, και να τελειοποιεί την τέχνη του αργαλειού δίπλα στην σπουδαία ανυφάντρα Ερμιόνη (Γιόνια) Βαγενά! Ήταν μια μαθητεία για την Εύα τελειοποίησης, που της επέτρεψε, στη συνέχεια, όχι μόνο να κατασκευάζει και να φορά τους δικούς της χιτώνες, γι αυτό, μάλιστα, εκεί στους Σφακιώτες την αποκαλούσαν «Η Γιέβα η ζόρκα», προφανώς αυτές οι ενδυματολογικές της προτιμήσεις έρχονταν σε αντίθεση με την αυστηρή Λευκαδίτικη χωριάτικη στολή, που κάλυπτε ακόμη και τους αστραγάλους, αλλά η Εύα χρησιμοποίησε αυτή την υφαντική και στις παραστάσεις των Δελφικών Γιορτών, όταν οι χιτώνες των κοριτσιών του χορού ήταν δικά της υφαντά δημιουργήματα!

Προσέγγισε την τέχνη της υφαντικής η Εύα Πάλμερ σαν εναλλακτικό τρόπο ζωής, που της δημιουργούσε μια ξεχωριστή πνευματική ευωχία και την οδηγούσε σε δημιουργικό οίστρο, πάνω στην πλέρια παρουσίαση των Δελφικών Γιορτών, που τόσο μεταρσιωτικά είχαν συλλάβει με τον Άγγελο Σικελιανό! Δούλευε, σύμφωνα με τους μάρτυρες της εποχής, με εκπληκτική ευχέρεια, με εμπνεύσεις και επινοήσεις δημιουργικές και τα τέσσερα είδη νήματος, το μάλλινο, το βαμβακερό, το μεταξωτό, αλλά και το λινό! Ο περίφημος αργαλειός της βρίσκεται εκετεθειμένος και σήμερα στο Μουσείο των Δελφικών Εορτών. Πίστευε η Εύα πάρα πολύ σε αυτή την μοναδική Ελληνική τέχνη, όχι απλά για λόγους ενδυματολογικούς και πρακτικούς, μα και σαν έκφανση γεωμετρικής και πνευματικής τελειότητας, την θεωρούσε σαν μια κορυφαία έκφραση του Ελληνικού Λαϊκού Πολιτισμού, μια τέχνη που πάλευε και στόχευε να την αποκαταστήσει και στην αρχαιοτέρα της μορφή!

Αλλά και η δεύτερη γυναίκα του Άγγελου Σικελιανού, ή Άννα Καραμάνη, την οποία παντρεύτηκε το 1938, μετά από έναν φλογώδη έρωτα, και μάλιστα με την άδεια της Εύας, η οποία ήδη είχε φύγει πίσω στην Αμερική το 1933 μαζί με τον γιό τους Γλαύκο, και η Άννα διδάχθηκε την τέχνη του αργαλειού, σε χρόνο ανύποπτο παιδούλα, εδώ στην Αθήνα από την Εύα Πάλμερ! Η ίδια η Άννα, η οποία πέθανε σε ηλικία εκατόν έξι ετών το 2006, χρησιμοποιούσε τον αργαλειό της για καθαρά λόγους βιοποριστικούς, όπως η ίδια εξομολογήθηκε αργότερα, κυρίως κατά την κατοχή, όταν πουλούσε τα υφαντά της για να ζήσει με τον Άγγελο… Τις περισσότερες δημιουργίες της τις έκανε στο σπιτικό που έμεναν στη Σαλαμίνα, χώρος όπου σήμερα φυλάσσεται ο αργαλειός της! Ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια της ζωής του Άγγελου, περί το 1950, ο αργαλειός και οι παραγγελίες που έπαιρνε η Άννα απ’ τα αρχοντικά σαλόνια, τους κράτησαν με μεγάλη αξιοπρέπεια στην Αθηναϊκή κοινωνία…

26_diasidi

27_diasidi

Πάνω ο αργαλειός της αμερικανίδας πρώτης γυναίκας του Άγγελου Σικελιανού, της περίφημης Εύας Πάλμερ! Κάτω, και η δεύτερη γυναίκα του Σικελιανού, η Άννα Καραμάνη, ήταν δεινή αϋφάντρα, δουλειά που βιοπόριζε την οικογένεια του Άγγελου στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια…

28_diasidi

Έυα Πάλμερ! Στα χέρια της ο αργαλειός μεταβλήθηκε σε μια θαυμάσια μυσταγωγική τελετουργία!

http://www.kolivas.de/