17 Μαΐου 2022 2:05 μμ

Στη Λευκάδα Τέτοιες ημέρες πριν κάμποσο καιρό!

Τέτοιες ημέρες πριν κάμποσο καιρό !

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

[ ΜΕΡΟΣ Α΄]

Ως γνωστόν «ο κόσμος τραβάει μπροστά» και τα πισωγυρίσματα, ιδίως τούτη την άχρωμη και απρόσωπη εποχή, δεν έχουν θέση. Η θύμηση είναι ένα από τα βασικώτερα ανακλαστικά που διαθέτει ο άνω θρώσκων πίθηκος, αφού σ’ αυτήν βασίζεται το πικρό απόσταγμα των πεπραγμένων, αποκαλούμενο και ως πείρα. Όλοι αναφερόμαστε στην θύμηση υπό τον όρο της αναμνήσεως, οσάκις η συνομιλία στην παρέα το καλεί ή κατά μόνας, αφού ο καθένας και να θέλει να την απαλείψει δεν μπορεί. Συνιστά το βιβλίο της ζωής μας, που δυστυχώς είναι γεμάτο λάθη τα οποία δεν μπορούμε ούτε να σβήσωμε ούτε να βελτιώσωμε.

Μία από τις τόσες θύμησες είναι και η ακόλουθη, η οποία άπαξ του έτους έρχεται απροσκάλεστη και περισσότερο έντονη, λόγω των συγκεκριμένων ημερών, που δεν είναι άλλες από εκειές που προηγούνται ή ακολουθούν το Μεγαλοβδόμαδο, ιδίως δε εάν τύχει να περάσωμε από τους χώρους που ήταν άρρηκτα δεμένοι με τα διαδραματιζόμενα των ημερών. Μέσα από τούτο το σημείωμα, εμείς οι παλιότεροι θα ξαναθυμηθούμε τις ημέρες της Μεγάλης ‘βδομάδας καθώς στη μνήμη του καθενός θα ξεπηδήσουν πρόσωπα, φράσεις και καταστάσεις.

βαγενας1

Φυσικά το κάθε επίκεντρο των συγκεντρωμένων ελειτουργούσε ωρισμένες ώρες, όπου και ανάλογα με το χρονικό διάσημα, άλλαζε και η φιλοσοφία της συγκεντρώσεως. Για παράδειγμα η περιοχή του «Αγίου Μηνά» ελειτουργούσε, ως εμπορική κίνηση μέχρι το μεσημέρι, το απόγευμα οι ίδιοι άνθρωποι ωδηγούντο στα εξοχικά καφενεία και το βράδυ στην πλατεία είτε για ν’ ακούσουν κανα πιάτο από την φιλαρμονική ή να συμμετάσχουν στις βουστροφηδόν βόλτες μιλώντας ή φιλοσοφώντας.

λαικη παραδοση λευκαδας

Στο παρόν σημείωμα, λοιπόν, η περιγραφή των παρελθόντων πεπραγμένων, άπτεται της περιοχής του «Αγίου Μηνά». Το μπάσιμο του Μεγαλοβδόμαδου άρχιζε από το Σάββατο του Λαζάρου. Το στίγμα εδίδετο από τα παιδιά, που κρατώντας μικρό ξύλινο σταυρό περίκλειστον σε λευκό πανί (εκτός της όψεώς του) και ολόγυρα στεφανωμένον με λουλούδια, περιφέροντο από το χάραμα στις γειτονιές και τα μαγαζιά του παζαριού απαγγέλοντα μία από τις δυο παραλλαγές του «Λαζάρου». Σημειώνεται ότι ο «Λάζαρος» στα χωριά του νησιού, διεφοροποιείτο από τον αντίστοιχο της πόλης.

DSCN8098

Την Κυριακή των Βαΐων, στην εκκλησία προσήρχοντο, ως συνήθως, οι ενορίτες αυτής ακόμα κι αν η διαμονή των ευρίσκετο στην άλλη άκρη τη πόλης. Μετά το πέρας της Θείας λειτουργίας δεν εμοιράζοντο τα γνωστά μας βάγια, αλλά οι ενορίτες τα παρελάμβαναν στο σπίτι τους, από τους νεωκόρους της εκκλησίας, οι οποίοι τα μετέφεραν μέσα σε ρηχές κάφες, τα χαμηλά εκειά καλαμόπλεκτα καλάθια, όπου μέσα σ’ αυτά ετοποθετούντο οι άρτοι κατά τον εσπερινό μιας μεγάλης εορτής. Τα βάγια τα έφτιαχναν οι νεωκόροι, βοηθούμενοι και από καμμιά γυναικούλα που σάρωνε και καθάριζε την εκκλησία, παίρνοντας τα φοινικόκλαρατη δάφνη και το δενδρολίβανο από τα κηπάρια που ευρίσκοντο δίπλα ή στο πίσω μέρος. Βασικά η έναρξη της Μεγάλης ’βδομαδός(1) αρχίζει από την βραδυά της Κυριακής των Βαΐων.

IMG_2599

Από την Μ. Δευτέρα άρχιζε η αναζωπύρωση της εμπορικής κινήσεως και σ’ αυτή συνετέλουν οι χωρικοί που κατέφθαναν στην χώρα είτε με τα «μουσούδικα» λεωφορεία του 28ου ΚΤΕΥΛ, Λευκάδος, είτε επί των υποζυγίων των, εάν πρήρχοντο από τα γύρω χωριά. Ήδη η, τότε, θέση του ΚΤΕΛ, στο ισόγειο τμήμα του γιατρού Ξ. Γληγόρη, καταστούσε, σχεδόν, το εμπορικό επίκεντρο για τους χωρικούς. Άλλωστε αυτή την εποχή, τα αμπέλια ευρίσκοντο στο πρώτο στάδιο της ετησίας αναπτύξεως και η αγορά θειαφιού, γαλαζόπετρας (χαλκού), χορταριού (για το δέσιμό των), ήταν κάτι περισσότερο από επιβεβλημένη, πέραν της συντηρήσεως των σκαπτικών εργαλείων που είχαν δοθεί για «ατσάλωμα» στους χάβρους της Χώρας.

βαγενας2

Η εμπορική κίνηση εξακτινώνετο προς το παζάρι, προς την οδό Βαλαωρίτου (ο δρόμος προς Νοσοκομείο) αλλά και προς τα Περιβόλια, δηλαδή την απαρχή της οδού Καραβέλα. Και για τους νεωτέρους: Η σημερινή οδός 8ης Μεραρχίας (ήθελα νάξερα ποιος βιτσιόζος είχε αυτή την έμπνευση και ποιο την εψήφισαν στο Δ.Σ. του Δήμου) και η προέκταση αυτής (οδός Ηρώων Πολυτεχνείου) τότε δεν υπήρχαν. Το σταυροδρόμι του Αγίου Μηνά ήτα στενότατο (για τα σημερινά δεδομένα), πλαισιούμενο, κατά μήκος της οδού Καραβέλα από χάνιαπεταλωτήριασαμαράδικα και το χάβρικο του Τάσου Κουλτούκη, καθώς επίσης κάπου στο ενδιάμεσό των, από το λιτρουβειό των αδελφών Βουκελάτου. Παράλληλα αυτής της εμπορικής κινήσεως υπήρχε και η αφανής αδελφή της, εκείνη που εξασκούσαν με άπειρη μαεστρία οι τσαγκάρηδεςοι εμπορορράπτεςοι χάβροιοι ρεμεσιέρηδες (επιπλοποιοί) καθώς οι παρασκευαστές αναψυκτικών, παγωτών κι ακόμα-ακόμα οι δερματέμποροι. Έπρεπε όλοι να είναι πανέτοιμοι για την παράδοση των παραγγελιών ή εν αναμονή για την παραλαβή του εμπορεύματος που θα επεξεργάζοντο.

βαγενας4

Οι εκκλησίες, όπως είναι φυσικό, είχαν την τιμητική των, αφού τα Θεία Πάθη ωδήγουν κατά δεκάδες τους πιστούς στην ενορία των και όχι να μπαίνουν σε όποια εκκλησία έβλεπαν μπροστά τους. Άλλωστε σ’ αυτό βοηθούσαν οι παραινέσεις και τα… πατρικά παράπονα των ιερέων. Στη θύμηση έρχεται ο μειλίχιος τόνος της φωνής των καθώς προέβαιναν σε συμβουλές, αλλά και το αυστηρό ύφος όταν διεπίστωναν αποκλίσεις συμπεριφορών από τα χρηστά ήθη.

Προσωπικά, σαν παιδί τότε, απέφευγα να πάω στην ενορία μας, κάτω στην Άγια Παρασκευή, για δυο λόγους: Δεν άντεχα την, εν πολλοίς δικαιολογημένη, αυστηρότητα του πατρός Σαβερίου και προτιμούσα την εκκλησία του Αγίου Μηνά, επειδή ο παπά-Σπύρος (Σπύρ. Βερύκιος και κατά κόσμον παπά-Χούτας) ήτο πιο προσιτός στους νέους και τέλος επειδή σ’ αυτή την εκκλησία, καθ’ όλο το Μεγαλοβδόμαδο, συνεκεντρώνετο υπεράριθμη συνομήλικη «μουλαρία».

37_big

Μάλιστά μου, κατελάμβανε ασφυκτικά τα σκαλοπάτια μπροστά από το ιερό, χρησιμοποιώντας αυτά σαν καθίσματα, σε τέτοιο βαθμό ώστε μετά βίας περνούσε ο ιερέας κάθε φορά που ήθελε να κατέβει προς το εκκλησίασμα και να θυμιατίσει. Φυσικά δεν έλλειπαν και τα πειράγματα, επισύροντας την μήνη του αριστερού ιεροψάλτου, μπάρμπα Αλέκου Μπουρσινού. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άφηνε το ψαλτήρι προκειμένου να τραβήξει κάνα αυτί, προς συνετισμό της υπολοίπου παρέας κι ακόμα-ακόμα να βγάλει έξω κάποιο ζωηρό παιδί. Αλλά δεν βαρυέσαι! Ένα έβγαζε έξω, πέντε έμπαιναν μέσα από «τσι πλαϊνές πόρτες». Τι να ’πει κανείς για εκειές τις ηλικίες! Σήμερα, όσοι από μας τα αναθυμούμαστε, απομένομε μεταννοημένοι για τα πεπραγμένα μας.

Συνεχίζεται

(1) Εδώ στη Λευκάδα πολλά πρωτόκλητα ουσιαστιά θηλυκού γένους, η κατάληξη – ας – της γενικής πτώσεως, μετατρέπεται σε – ος –, όπως λ.χ. η γάτα, της γατός – η πόρτα, της πορτός – η κόττα, της κοττός – η κοπέλλα, της κοπελλός κ.ά.

Τη Μεγάλη εβδομάδα στην παλιά Λευκάδα…

Τέτοιες ημέρες πριν κάμποσο καιρό! (Μερος Β’)

Ήδη από την Μ. Τετάρτη αύξανε η ζήτηση της κόκκινης βαφής για το βάψιμο των αυγών την επομένη ημέρα. Γι’ αυτό στις γειτονιές περιφέροντο πλανόδιοι μικροπωλητές διαλαλώντας την κόκκινη σκόνη βαψίματος. Άλλως τε την βαφή οι γυναίκες μπορούσαν να την βρουν και στα μαγαζιά που πουλούσαν βαφές για γνέματα, «κούκλες»(2) γνεμάτων συν άλλα ετερόκλητα εμπορεύματα (παπούτσια λαστιχένια και μη, παντελόνια, σακκάκια). Τέτοια μαγαζιά ήταν του Λεωνίδα Γκούμα, του Βαγγέλη Μπέλλα και τα είδη βαφής και γνεμάτων του Χριστογιάννη Παπαδοπούλου.

Οι γυναίκες διατηρούσαν τα αυγά μέσα σε μικρές λα(γ)ήνες, στον πυθμένα των οποίων είχαν εναποθέσει δυο-τρεις χούφτες χονδρό αλάτι. Όταν ήρχετο η ώρα της βαφής, τα αυγά περνούσαν από εξετάσεις προς απομάκρυνση των ελαττωματικών. Έτσι, λοιπόν, η ν’κοκυρά τα «βουτούσε» μέσα σε νερό και όσα έπλεαν ή μισο-έπλεαν τα πετούσε, επειδή ήταν ή είχαν αρχίσει να γίνονται κλούβια.

8

Ξημερώνοντας Μ. Πέμπτη, στην περιοχή γύρω από τον Άγιο Μηνά, έλλειπαν οι χαρακτηριστικοί ήχοι της βαρειοπούλας επάνω στο αμόνι και του ελαφρού σφυριού επάνω στα πέταλα του αλόγου. Αυτοί προήρχοντο από τα χάβρικα και τα πεταλωτήρια. Γενικά, το συνάφι αυτών των επαγγελματιών, σέρνει στην αιώνια κατάρα που θέλει τους σιδεράδες-χάβρους να φτιάχνουν τα καρφιά για την σταύρωση του Χριστού. Γι’ αυτό, αυτή την ημέρα δεν εργάζοντο, έχοντας σβηστά τα φυσερά και αναποδογυρίζοντας τα μικρά αμόνια ή ρίχνοντας κατάχαμα όσα ήσαν σταθεροποιημένα επάνω σε κομμάτι κορμού δένδρου.

Αλλά, πέραν αυτών και άλλοι κλάδοι εργαζομένων δεν έπιαναν σφυρί, πρόγκες ή πριόνια στα χέρια των, πόσο δε μάλλον, οι χασάπηδες και οι… ράφτες. Αυτή την ημέρα δεν έπρεπε ούτε να κόψεις ούτε να καρφώσεις, ούτε να ματώσεις. Πάντως τα χάβρικα δεν έκλειναν αλλά οι χάβροι(3) καθισμένοι σε μια καρέκλα, αντίστροφα, (με την πλάτη της καρέκλας μπροστά) εχάζευαν την κίνηση περιμένοντας τους πελάτες, δηλαδή όσοι είχαν δώσει παραγγελίες για το ατσάλωμα των σκαπτικών εργαλείων, την κατασκευή διαφόρων σιδηρών συνδέσμων, για το «δέσιμο» των ζευκτών της στέγης, κάνα ζέκι(4), έχοντας έτοιμα και αντικείμενα χωρίς παραγγελία, όπως γυφτόκαρφα, κατένες, καδινάτσα, κλειδαριές χειροποίητες για τα κατώγεια (με ’κεια τα τεράστια κλειδιά), στριφογυριστά ελάσματα, για την σταθεροποίηση των σκούρων(5) για να μην τα… «σκροβοντάει» ο αέρας (σκοροβοντάει = κροτο-βροντά), σιδερένιους σύρτες κ.ά.

DSCN0739

Η εμπορική κίνηση αύξανε παραπάνω και με τον ελλιμενισμό των σκαφών επικοινωνίας, τις λεγόμενες «βερτζίνες», που εκτελούσαν τον πλουν από την Βασιλική, το Νυδρί – Βλυχό, το Μεγανήσι, τον Κάλαμο, την Ζαβέρδα και σπανίως από τον Αστακό. Βεβαίως υπήρχε και η συχνή διαπόρθμευση κατοίκων των δυο χωριών της Ακαρνανίας απέναντι από την Χώρα, της Περατιάς και της Πλαγιάς, ο δε πλήρης συγχρωτισμός των περαιουμένων με το ντόπιο στοιχείο, εγένετο στην πλατεία του Αγίου Μηνά την Μ. Παρασκευή.

Η Μ. Παρασκευή ήτο η πλέον χαρακτηριστική ημέρα της Μεγαλοβδομάδος τόσο από θρησκευτικής πλευράς όσο και από εμπορικής. Χαράματα τα παιδιά κρατώντας ένα καλαθάκι (συμβόλιζε τον «τάφο») ή ένα χαμηλό, μικρό, κάνιστρο, περιβεβλημένο στον πάτο και στα πλάγια με λευκή μαντήλα (συμβόλιζε το σάβανο) και στον ρηχό πυθμένα τοποθετημένα απλωτά άνθη (συμβόλιζαν το σώμα), περιφέροντο στις γειτονιές και στα ημίκλειστα μαγαζιά απαγγέλλοντας του «Χριστού τα Πάθη».

(Σημείωση = Λόγω πιέσεως του χρόνου, τα λόγια από του «Χριστού τα Πάθη» αναβάλλονται στο κείμενο. Του χρόνου, νάμαστε καλά!).

Ήδη από το χάραμα, ολόκληρο το σταυροδρόμι του Αγίου Μηνά και ειδικώτερα στην απαρχή της οδού Καραβέλα (προς τα περιβόλια) ήτο γεμάτο – και μάλιστα ασφυκτικά – από τα μεταφερθέντα κοπάδια αρνιών και κατσικιών, μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο βελασμάτων. Ποιμένες από τα απέναντι Ακαρνανικά χωριά (Περατιά – Πλαγιά) μετέφεραν οδοιπορώντας από το Κάστρο τα προς πώληση ζώα, φθάνοντες στον Άγιο Μηνά από την δυτική παραλιακή οδό και την οδό Βαλαωρίτου. Οδοιπορώντας κατέφθαναν στο ίδιο σημείο και οι Λευκάδιοι ποιμένες των περιφερειακών χωριών και συνοικισμών της Χώρας, δηλαδή, από το Φρύνι, την Απόλπαινα, το Καλλιγώνι, τους Καρυώτες. Εκτός τα προς θυσίαν ζώα, οι ποιμένες είχαν και μερικά τα οποία προωρίζοντο για οικόσιτα, αφού στο μέλλον θα προμήθευαν το σπίτι με γάλα, τυρί και το απαραίτητο εξιλαστήριο θύμα που θέλει η παράδοση. Άλλως τε, ας μη ξεχνάμε ότι στα σπίτια στις παρυφές της πόλης, συντηρούσαν ένα-δυο ζώα και κόττες προς ενίσχυση της οικιακής οικονομίας.

βαγενας3

Τα μαγαζιά, αυτό το πρωϊνό παρέμεναν κλειτά έως ότου γίνει η αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου. Τώρα, τι κλειστά μαγαζιά, θα αναρωτηθεί κανείς, αφού οι μαγαζάτορες είχαν μισοκατεβάσει τα μεταλλικά, αυλακωτά, ρολλά ή είχαν μισάνοιχτη την πόρτα. Άλλοι, στην προσπάθειά τους να εξυπηρετήσουν εν κρυπτώ και εν παραβύστω κάποιον βιαστικό πελάτη, είτε παραμόνευαν από την μισάνοιχτη πόρτα, είτε εβόλταραν μπροστά στο πεζοδρόμιο. Και είχε η Χώρα, τότε, κάτι τέτοια στοιχειά του παζαριού!!! Ουκ ολίγα!!!

DSCN6660

Η Μ. Παρασκευή ήτο επίσης και η κατ’ εξοχήν ημέρα των καρροτσινιέρηδων, οι οποίοι μέχρι το μεσημέρι μετέφεραν τα προς θυσίαν, αρνιά και κατσίκια στο σπίτι του αγοραστού. Ασφαλώς, οι νεαροί συμπολίτες μας θάχουν πληροφορηθεί από τους γονείς των, ότι τότε υπήρχε η γενικώτερη, συνήθεια το ζώο να σφάζεται στο σπίτι, για το καλό! Περιττόν να ειπωθεί ότι το κάθε ζώο, αποκομμένο από την μάννα του, βέλαζε όλη μέρα ακόμα και τη νύχτα. Όσο επλησίαζε η ώρα της αποκαθηλώσεως, τόσο η εκκλησία γέμιζε από γυναίκες και κορίτσια, της ενορίας, που έφερναν άνθη για τον στολισμό του Επιταφίου.

45

Μετά την αποκαθήλωση, ο αέρας γέμιζε από τους πένθιμους ήχους των σημάντρων κάθε ενορίας που δεν σταματούσαν έως αργά το απόγευμα. Σήμερα κι αν χτυπούν, κανείς δεν δίνει σημασία, αφού σβήνονται στους αλλοπρόσαλλους ήχους μιας παραπαίουσας κοινωνίας. Τότε, η πομπή περιφοράς των Επιταφίων, εγένετο (σύμφωνα με την τοπική παράδοση) προς το τέλος του απογεύματος, δηλαδή γύρω στις 6 με 6:30 ώρα και όχι κοντά στα μεσάνυχτα όπως πάνε να την κάνουν σιγά-σιγά! Αναλόγως της κοντράδας(6) που την εκπροσωπούσε η κάθε ενορία και της επαγγελματικής απασχολήσεως που κατεγίνοντο οι ενορίτες, οι παρατεταγμένοι θεατές, αριστερά και δεξιά του παζαριού, απηύθυναν πειράγματα, σε… sotto voce(7), προς τους συνοδεύοντες τον επιτάφιο, έχοντα σχέση με το επάγγελμά των.

46

Εάν φανταστεί κανείς ότι, τότε, η Επιτάφιος πομπή απετελείτο από 9-10 επιταφίους, εύκολα γίνεται αντιληπτή η σημερινή πενία των ολίγων μόλις επιταφίων. Απαραίτητος συνοδός και τότε και σήμερα, η Φιλαρμονική η οποία αδιαλείπτως, από της ιδρύσεώς της, συμμετέχει εκτελούσα κλασσικά κομμάτια, ιδίως κατά την απαραίτητη στάση στο Πεντοφάναρο τη πλατείας (Άμλετ, Air Bach, Requiem, Adagio των Μπαχ, Μότσαρτ, Αλμπινόνι).

Ένα επί πλέον χαρακτηριστικό σημείο εκείνου του προχωρημένου απογεύματος ήτο και το ολικό κλείσιμο των μαγαζιών, εις ένδειξιν θρησκευτικού πένθους, κατά την περιφοράν των Επιταφίων. Σήμερα αρκετά ανθρωποειδή (αρσενικά, θηλυκά και… ουδέτερα) καθισμένοι αρειμανίως στα διάφορα φαγάδικα και ουζερί, απολαμβάνουν την παρελαύνουσα πομπή «πίνοντα και εσθίοντα, περιβαλλόμενα υπό πνιγηράς κνίσσης οπτής σαρκός». Για τον ανώνυμο θαμώνα μιας τέτοιας συμπεριφοράς, ας μου επιτραπεί η τοπική παρατήρηση: «Μωρέ άχρηστε, π’ σε κυβερνάει η μ’σούδα σ’, μ’σή ’μέρα δε μπορείς να βαστάξεις; Αύριο θα φας το στραβωμό σ’!»

Οι δυο τελευταίες φωτογραφίες είναι από το οικογενειακό αρχείο της Καίτης Κακαβούλη

Για να διαβάσετε το Α’ μέρος πατήστε [εδώ]

(2) «Κούκλες» ή «ματσέτες» οι γυναίκες απεκάλουν το συνολικό μήκος του «γνέματος» (από το γνέθω) ή νήματος το οποίο περιελίσσετο ή εξε(τυ)λίσσετο με τη βοήθεια δυο ημι-υψωμένων χεριών.
(3) Παραφθορά από την λατινική λέξι = Fabro = σιδηρουργός.
(4)Ζέκια = Ισχυρές λάμες που αγκάλιαζαν σε σχήμα Π ή Γ την ξύλινη στρώση του άνω ορόφου συνδέοντάς την με την τοιχοποιΐα του ισογείου.
(5) Σκούρο-α = το εξώφυλλο του παραθύρου ή της μπαλκονόπορτας (scuro = θυρόφυλλον).
(6) Συνοικία – ενορία
(7) Χαμηλή ή ψιθυριστή φωνή.

Τελετουργίες της Λαμπρής πριν από κάμποσα χρόνια

Τέτοιες ημέρες πριν κάμποσο καιρό! (Μερος Γ’)

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Ξημερώνονας το Μέα Σάββα (σύντμηση του Μ. Σαββάτου στην τοπική διάλεκτο) η «ν’κοκυρά» εστέκετο στο κατώφλι της εξώπορτας, προκειμένου ν’ ακούσει την καμπάνα της πλησιεστέρας εκκλησίας που να σημαίνει την πρώτη ανάσταση (όπως λέγανε οι παλαιότεροι) και να «ρίξει το κομμάτι» δηλαδή να χτυπήσει κάτω, ένα ευτελές πήλινο αγγείο ή ραγισμένο πιάτο κι ακόμα ένα ήδη ακρωτηριασμένο σκεύος.

15

Ούτε Φιλαρμονική ούτε τίποτα. Το «ρίξιμο του κομματιού» εγένετο με το άκουσμα της καμπάνας και ολόκληρη η γειτονιά αντιβούϊζε από τα «κομμάτια». Σήμερα, το «πρωϊνό ρίξιμο» έχει παραγκωνισθεί και τα τελευταία χρόνια υιοθετήθη το αντίστοιχο της Κέρκυρας, της οποίας το έθιμο θέλει το «σπάσιμο» να γίνεται κατά το μεσημεράκι, πράγμα αντίθετο προς την παράδοση. Εν’τάξει, οι συνεπτανήσιοι Κερκυραίοι έχουν υιοθετήσει αυτήν των ώρα, ίσως και για λόγους τουριστικούς, (για να πούμε την αλήθεια, αυτό είναι) εμείς για ποιο λόγο το υιοθετήσαμε; Κύριοι παραχαράκτες της τοπικής παραδόσεως, λιγότερη ξεφτίλα δεν κάνει κακό!

Όσοι από τους ν’κοκυραίους είχαν μικρά παιδιά, είχαν φροντίσει, όσοι μπορούσαν να σφάξουν οι ίδιοι το ζώο ή με τον περιφερόμενο «σφαγέα», να τελειώσουν την διαδικασία όσο το δυνατόν μπονώρα [buon(a) ora] πριν ξυπνήσουν και δουν το θέαμα και τότε ποιος τα συμμάζευε! (κλάμματα, άρνηση να φάνε κ.ά.). Με το σφάξιμο του ζώου, η ν’κοκυρά εστέκετο μ’ ένα κομμάτι βαμβάκι στο χέρι ώστε αφού το μουσκέψει ο δήμιος στο αίμα, να το πάρει ο ν’κοκύρης και να φιλοτεχνήσει τρεις σταυρούς γύρω από το περίγραμμα της πόρτας. Συγκεκριμένα σχημάτιζε από έναν αιμάτινο σταυρό στα πλάγια τη εξώπορτας και έναν τρίτο στο ανώφλι της.

20

Δεν ξέρω, αλλά αυτή η θρησκευτική συνήθεια, πάντα με ενοχλούσε! Η αμοιβή του σφαγέα ήταν η δορά, δηλαδή το τομάρι του ζώου κι αν ίσως και κανα, χάρτινο τότε, δεκάρικο. Η επιταγή περί θυσίας του ζώου, ειδικά εκείνη την ημέρα, υπεχρέωνε τους σφαγείς να δουλεύουν απνευστί, αρνούμενοι ακόμα και να πιούν το καφεδάκι που φιλότιμα προσέφερε η ν’κοκυρά. Πάντως το αποχαιρετιστήριο κονιακάκι δεν το αρνούντο. Τα συγκεντρωμένα τομάρια, ο κάθε «σφαγεύς» τα προσεκόμιζε στα βυρσοδεψεία της πόλης των οποίων η τιμή προέκυπτε από το βάρος των στην πλάστιγγα.

Τότε η διατήρησι του «σφαχτού» ήτο πρόβλημα αφού δεν υπήρχαν ψυγεία και επί πλέον, όπως ώριζε η τοπική συνήθεια, το ψήσιμο δεν εγένετο την Κυριακή του Πάσχα αλλά την Δευτέρα. Τυχεροί όσοι είχαν στον κήπο τους πηγάδι ή βλύχα(8), επειδή το κρεμούσαν τυλιγμένο σ’ ένα παλιοσέντονο προκειμένου να το συντηρήσει η δροσιά, ενώ οι υπόλοιποι, ως συνήθως, σε κανα αρμάρι ή τυλιγμένο, ομοίως, σ’ ένα πανί σε κάποια σκοτεινή μεριά του σπιτιού. Μάλιστα κάποιοι, πιο προχωρημένης αντιλήψεως, εκάρφωναν στην κοιλιά του σφαχτού… ένα πηρούνι, για να μην το «κάτσει» η μύγα!

Η φωτογραφία είναι από το οικογενειακό αρχείο της Καίτης Κακαβούλη
Η φωτογραφία είναι από το οικογενειακό αρχείο της Καίτης Κακαβούλη

Αξίζει να σημειωθεί, ότι από το πρωΐ του Μέα Σάββα έως το μεσημέρι, στις γειτονιές (μικρούλα ήταν η Χώρα τότε) περιφέροντο οι οδοκαθαριστές ανά δύο, κρατώντας ο καθένας από ένα λάτινο σίσκλο (λαμαρινένιος κουβάς) και έπαιρναν, ως προσφορά για το έργο τους από τις νοικοκυρές, από ένα-δυο κόκκινα αυγά και κάπου-κάπου λίγα ψιλά και κανα γλύκισμα. Το αυτό, οι οδοκαθαριστές έπρατταν και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς όπου το δώρο των νοικοκυρών ήτο ένα-δυο φελλιά Αη-βασιλιάτικης λαδόπιττας.

Αυτήν την ημέρα το παζάρι ασφυκτιούσε από τον πολύ κόσμο που πηγαινο-ήρχετο ανάμεσα από πραμάτειες και τα τρίτροχα καρροτσίνια. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν τα Ι.Χ. γιατί αλλοιώς θα έπεφτε… ξύλο!!! Τα κρεοπωλεία της Χώρας, παρά το γεγονός ότι ο περισσότερος κόσμος αγόραζε ζωντανό το Πασχαλινό… γεύμα, εν τούτοις έκαναν δουλειά καθ’ ότι υπήρχαν οικογένειες που πενθούσαν (και ως εκ τούτου δεν εθυσίαζαν), άλλοι συνάνθρωποί μας ήσαν μονήρεις, άλλοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα για την αγορά του ζώου και αρκούντο σε κανα-δυο λίτρες κρέας (άγνωστο τότε το κιλό) ή ακόμα-ακόμα μόνον στην αγορά του πατσαλικιού. Επειδή ο Λευκαδίτης το… κυρίως πιάτο το έψηνε την Δευτέρα και για να μην του «πέσει βαρύ στο στομάχι», ύστερα από τόσες ημέρες νηστείας, αγόραζε πάντα λίγο κρέας, επί πλέον, προκειμένου η νοικοκυρά να φτιάξει σούπα την Κυριακή. Έτσι με την μαγειρίτσα, το βράδυ της Αναστάσεως και την Κυριακάτικη σούπα, το στομάχι ήρχετο στα… σέστα του για την επικειμένη μάχη της Δευτέρας(9).

9

Αυτήν την ημέρα είχαν επίσης την τιμητική τους και τα αναστάσιμα κεριά και λαμπάδες. Επωλούντο, κυρίως, στα πεζοδρόμια επάνω στα τραπεζάκια των υπαιθρίων μικροπωλητών και κουρέων. Μάλιστα οι λαμπάδες αιωρούντο από έναν Π σχήματος ξύλινο σκελετό, ο οποίος σε κάποιες των περιπτώσεων, ήταν διπλός κι αυτό επειδή ο ένας εχρησίμευε για το κρέμασμα των αρμαθιασμένων Πασχαλιάτικων κουλουριών. Επίσης οι υπαίθριοι μικροπωλητές, ειδικά για την ώρα της Αναστάσεως επωλούσαν εκείνα τα λάτινα πιστολάκια με τους εκρηκτικούς… φελλούς ή τα μετέπειτα εμφανισθέντα πιστολάκια και πυραυλάκια που έσκαζαν τα σκάγια, εκείνα που είχαν μέγεθος φακής, ξέρετε εσείς οι παλιοί.

Οι μεγαλύτεροι είχαν φροντίσει μια-δυο ημέρες ενωρίτερα να κατασκευάσουν τις χειροποίητες στρακαστρούκες, καμωμένες σε τριγωνικό σχήμα από σκληρό χαρτί σακκιού τσιμέντου ή μπλε ντύματος των τετραδίων. Την μπαρούτη επωλούσε ο γνωστός Κέκος (Σταματέλος) που είχε το μαγαζάκι του απέναντι από την ταβέρνα των Μπελεμαίων πίσω από το Τσερέϊκο σπίτι στο παζάρι. Στην τοπική διάλεκτο απεκαλούντο ως πόμ-πες, παραφθορά της ιταλικής λέξεως, Bombe. Μαίτρ στην κατασκευή των, για τους μεν εφήβους εθεωρείτο ο Τάσος Αναπολιτάνος, κατά κόσμον Μπούγιος, για τους δε σοβαρούς οικογενειάρχες(!) ο μαστρο-Τάσος Κουλτούκης, ο χάβρος του Αγίου Μηνά.

DSCN8287

Φυσικά μέσα σε όλη την Μεγαλο’βδομαδιάτικη ατμόσφαιρα δεν έλλειπαν και οι γνωστές φυσιογνωμίες της πιάτσας που δεν άφηναν άνθρωπο… ασταύρωτο (απείραχτο) όπως λ.χ. ήταν ο Μήτσος Στραγαλινός, ο πασίγνωστος κου(τ)λοχέρης περιπτεριούχος(10), ο λατινιέρης Σπύρος Μπρούμης, ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων Άγγελος Φραγκούλης καθώς και ο Μαστρο-Τάσος Κουλτούκης, ο χάβρος.

Η ημέρα του Μέα Σάββα κυλούσε ήρεμα από το μεσημέρι έως την ώρα της Αναστάσεως, όπου και στο κάθε σπίτι εγένοντο οι προετοιμασίες για την ιεροτελεστία της Δευτεριάτικης ευωχίας. Οι μόνοι επαγγλεματίες που δεν ησύχαζαν και διατελούσαν «εν εγηγόρσει» ήσαν οι φουρναραίοι, αφού εκτός από τα ψωμιά και σπιτικά γλυκίσματα, έπρεπε ν’ αρχίσουν το ψήσιμο από ενωρίς την Κυριακή το πρωΐ, όπου και το μοναδικό είδος νταβά (μεγάλο τεψί) ήτο το περιέχον το κουλουριασμένο σφαχτό, δίχως ν’ αποκλείεται βέβαια κάνα γκιουβετσάκι ή κρέας με πατατούλες, για τις κατηγορίες εκείνες των ανθρώπων που αναφέραμε πιο πάνω.

Η φωτογραφία είναι από το οικογενειακό αρχείο της Καίτης Κακαβούλη
Η φωτογραφία είναι από το οικογενειακό αρχείο της Καίτης Κακαβούλη

Το ψήσιμο του οβελία εύρισκε κάθε γειτονιά στο ποδάρι από τα χαράματα. Ανά τέσσερις οικογένειες, ανάβετο η φωτιά και τα σουβλιά ετοποθετούντο γύρω απ’ αυτήν σχηματίζοντας ένα τετράγωνο. Πού ψησταριές και μοτέρια τότενες! Όλα με το χέρι και το γύρισμα του οβελία το «πλήρωναν», ως συνήθως, οι έφηβοι αφού οι πατεράδες απείχαν του απεχθούς τούτου έργου, προφασιζόμενοι την συντήρηση της φωτιάς και την παρασκευή του κοκορετσιού. Οι μαννάδες στην πρόχειρη, εξωτερική (και ως συνήθως αυθαίρετη) κουζίνα, ετοίμαζαν τις σαλάτες, το πιάτο με ανάκατα τα κομμένα αυγά, το τυρί, λίγο σαλαμάκι και προπαντός το ιερώτερο όλων: το θεϊκό κρασάκι! Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις ευτυχίας, σπανίως έκανε την εμφάνισή του το ούζο, ενώ το προσφάτως θεοποιημένο τσίπουρο, δεν εύρισκε πόρτα για να μπει στην Χώρα! Δεν είχε πέραση, ει μη μόνον στα χωριά.

Η έλλειψη ψυγείου, για την φύλαξη του κρέατος που περίσσευε μετά την κραιπάλη, αντεκαθίστατο από το πασίγνωστο, τότε, «φανάρι» το οποίο κρεμούσαν από το ταβάνι. Το «φανάρι» ήτο ελαφρύ κατασκευασμένο από λάτινο σκελετό, οροφή και πάτο, επενδυμένο στα πλαϊνά με ψιλή σίτα, τόσο ψιλή ώστε να μην χωρά να περάσει ούτε… χνίπα. Ήτο το μόνον μέσον προστασίας των φαγητών κατά της εισβολής της μύγας.

21

Κάπως έτσι κυλούσαν οι, τοτινές, ημέρες του Μεγαλοβδόμαδου και αναλόγως των εκκλησιών που έφεραν ονόματα αγίων, των οποίων η εορτή έκειτο κοντά σο Πάσχα (Άγ. Θωμάς, Ζωοδόχου Πηγής) υπήρχε και η σχετική εορταστική παράταση. Βεβαίως εκτός από τις δυο πιο πάνω εκκλησίες, εδώ στη Χώρα σαν κρίκοι αλυσίδας ακολουθούσαν σε πολύ κοντινό χρονικό διάστημα, η μία μετά την άλλη, οι γιορτές των περιμετρικών εξωκκλησίων [Αγίας Μαύρας – Αγ. Νικολάου στο νησάκι της Βλαχέρνας, του Αγίου Γιάννη των Anzu (ή Άγιος Ιωάννης Αντζούσης](11), της Αγίας Μαρίνας, της Παναγίας της Γύρας ίσως και άλλων που αγνοώ).

Σήμρεα μόνον το εξωκκλήσι του Αγ. Θωμά δεν υφίσταται καθ’ ότι υπέστη, άνευ κοινωνικού αποχρώντος λόγου, τον αιφνίδιον δια κατεδαφίσεως θάνατον. Μάλιστα, παλαιότερα όλα τούτα τα εξωκκλήσια πλην της θρησκευτικής και ψυχικής ωφελείας που παρείχαν, παρείχαν επίσης και αφορμή για θαυμασίους περιπάτους, κάτι που σήμερα η πρόοδος μας στέρησε και μας οδηγεί εκόντες-άκοντες στα ιδιωτικά γυμναστήρια. Ελπίζω, ότι θα βρεθεί κάποιος συμπολίτης ν’ ασχοληθεί και με αυτές τις πανηγύρεις των εξωκκλησίων και επειδή αυτό ως θέμα με ξεπερνά, υπάρχει ο φόβος ότι εάν το επιχειρήσω, ασφαλώς θα μειώσω την βαρύτητά του.

(8) Βλύχα ήταν ως συνήθως το αλίθιαστο πηγάδι αλλά και το λιθιασμένο που όμως δεν έπιναν νερό απ’ αυτό αλλά το χρησιμοποιούσαν στο πλύσιμο ή πότισμα.
(9) Οι εύπορες οικογένειες της Χώρας, το σφαχτό, το επρομηθεύοντο είτε από τον μόνιμο κρεοπώλη των, είτε από τον σέμπρο των περιβολιών των.
(10) Το περίπτερο του Μήτσου, αρχικά ευρίσκετο αριστερά στην είσοδο του παζαριού δίπλα από τη γωνία της εκκλησίας. Αργότερα μετεφέρθη δεξιά του παζαριού, στην γωνία του χάβρικου του Μαστρο-Τάσου Κουλτούκη και λίγο αργότερα μετά την ρυμοτόμηση, για την διάνοιξι της οδού Ηρώων Πολυτεχνείου, στη θέση που παρατηρείται σήμερα, κάτω από άλλη επωνυμία.
(11) Anzu = Ανδηγαυϊκός οίκος, υπό την χωροδεσποτεία του οποίου ανήκε η πολίχνη Saint Maure στη Γαλλία εκ της οποίας προήρχοντο οι Γάλλοι ιππότες που κατέλαβαν το, τότε μικρό, κάστρο της Λευκάδος. Το κάστρο στη συνέχεια απεκαλέσθη ως τη «Αγίας Μαύρας», αργότερα η εντειχισμένη πολίχνη και τέλος ολόκληρο το νησί. Η τοπική παράδοση θέλει την ίδρυση του ναΐσκου από αυτούς.

https://aromalefkadas.gr/