18 Μαΐου 2024 9:50 πμ
Search

Ο θρυλικός κλέφτης Αντώνης Κατσαντώνης (1770-1815)αγωνιστής της προεπαναστατικής περιόδου-Επετειακό

Ο θρυλικός κλέφτης Αντώνης Κατσαντώνης ήταν ένας από τους πιο διάσημους αγωνιστές της προεπαναστατικής περιόδου, ίσως και ο διασημότερος. Πατέρας του ήταν ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης από το Βασταβέτσι Ηπείρου και μητέρα του η Αρετή, που καταγόταν από τον Μάραθο Αγράφων. Ο Γιάννης Μακρυγιάννης είχε μεγάλα κοπάδια με γιδοπρόβατα τα οποία έβοσκαν συγγενείς του και τα μετακινούσαν από την Πίνδο μέχρι το Ξηρόμερο και τον Βάλτο, όπου συνήθως ξεχείμαζαν… Την πληροφορία πως  οι Κατσαντωναίοι κατέβαιναν από τα βουνά των Αγράφων συχνά στο Ξηρόμερο τη διασώζει και το Χρονικό της Μπαμπίνης (που έγραψε ο αγωνιστής Δημήτριος Τζούβαλης το 1829), όπου αναφέρεται πως «Ο Χρήστος Μηλιώνης, ο Πάνος Μεϊντάνης, ο Κατσαντώνης και ο Τσιτσώνης κρύβονταν στην Πόρτα» (τη Μονή Αγίου Γεωργίου Μπαμπίνης). Ο Αντώνης γεννήθηκε γύρω στο 1770 και είχε αδέλφια τον Κώστα, τον ονομαζόμενο και Λεπενιώτη (γιατί γεννήθηκε στη Λεπενού Βάλτου), τον Γιώργο, που ονομαζόταν Χασιώτης (γιατί είχε γεννηθεί στο βουνό Χάσια) και τον Χρήστο. Το όνομά του, κατά μία εκδοχή, προέρχεται από το Σαρακατσάνος, Κάτσιος, και ύστερα από την ένωση με το όνομά του προκύπτει το Κάτσα ή Κάτσιο-Αντώνης. Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή -την οποία διασώζει η παράδοση- σε ηλικία 9 ετών σκότωσε έναν Τούρκο γιατί προσπάθησε να του κλέψει ένα αρνί. Μετά από αυτό θέλησε να βγει κλέφτης, τότε η μάνα του τον συγκρατούσε λέγοντάς του «Κάτσε, Αντώνη, γιατί είσαι ακόμα μικρός» και έτσι το «κάτσε Αντώνη» έγινε Κατσαντώνης. Πιο πιθανό είναι όμως το όνομα Κατσιαντώνης ή Κατσαντώνης να προέρχεται από το Κατσάνος ή Κατσιάνος, δηλαδή αυτόν που κατάγεται και τα Κατσανοχώρια του Δήμου Βόρειων Τζουμέρκων (βρίσκονται απέναντι από τα Ζαγοροχώρια), όπου υπάγεται σήμερα και το χωριό του Βασταβέτσι, νυν Πετροβούνι Ιωαννίνων.
Οι παραδόσεις γύρω από το όνομα του Κατσαντώνη είναι πολλές, αφού πλέον το όνομά του έγινε θρύλος και πήρε μυθικές διαστάσεις. Μια ακόμα παράδοση, που του έδωσε και την αφορμή να βγει κλέφτης, αναφέρει πως όταν η οικογένειά του ξεχείμαζε στη Λεπενού Ακαρνανίας, γύρω στο 1800, καταγγέλθηκε από τον Καραγκούνη Γιάγκο στον Αλή Πασά ότι του έκλεβε πρόβατα και τα έστελνε στους κλέφτες. Έτσι συνελήφθη μαζί με τον πατέρα του και οδηγήθηκαν στα Γιάννενα, όπου πλήρωσαν μεγάλο ποσόν και έμειναν ελεύθεροι. Όταν γύρισε πίσω ο νεαρός Αντώνης πήρε το όπλο και βγήκε κλέφτης και χτυπούσε τους σπαήδες και φοροεισπράκτορες του Αλή. Ο Αλής τότε συνέλαβε τον πατέρα του, δήμευσε την περιουσία του και έκαψε το σπίτι του. Ο πατέρας του πέθανε στις φυλακές της Άρτας. Μετά από αυτό ο Αντώνης βγήκε κλέφτης έχοντας μικρή κλέφτικη ομάδα (ο αδελφός του Λεπενιώτης και ίσως ένας ή δύο  ακόμα άνδρες).

Ο Κατσαντώνης (ΓΣΜ)

Το 1804 πήγε μαζί του ο Δήμος Τσέλιος ή Φερεντίνος από το Μεγανήσι Λευκάδας. Όπως μας πληροφορεί ο στρατηγός Δημοτσέλιος στα διασωθέντα απομνημονεύματά του, μαζί με αυτόν η ομάδα του Κατσαντώνη αποτελούνταν τότε μόνον από πέντε άνδρες (Αντώνης, Λεπενιώτης, Τσόγκας, Θεοδωρής και Δήμος). Επίσης ο Δημοτσέλιος μας πληροφορεί πως και την επομένη χρονιά πήγε μαζί τους και ο Καραϊσκάκης.  Ύστερα η ομάδα του Κατσαντώνη ενώθηκε με τον θείο και νονό του κλέφτη Βασίλη Δίπλα, ο οποίος αμέσως τον ξεχώρισε και λίγο πριν πεθάνει του παραχώρησε την αρχηγεία. Τα πρωτοπαλίκαρα του Κατσαντώνη ήταν τα αδέλφια του, ο συγγενής του Νίκος Μπουρδάρας, ο Παλαιογιώργος και ο Βρυκόλακας από την περιοχή του Ξηρομέρου, ο Συριπέσιος από τη Ζαβέρδα, δύο με το όνομα Ακρίδας από τη Βόνιτσα, ο Φραγκίστας και ο Πάνος Κατσίκης. Μετά από αυτό το κλέφτικο*¨ σώμα του Κατσαντώνη αυξανόταν συνεχώς και έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων και των κοτσαμπάσηδων. Ο Βαλαωρίτης, από πληροφορίες συναγωνιστών του, τον περιγράφει ως εξής: «Τα όπλα του ήταν πολυτελέστετα. Μαύρη εκ της τριβής η φουστανέλλα του. Πανταχού του σώματός του έλαμπεν αργυρός και χρυσός. Αναστήματος μετρίου, το όμμα του ήτο κεραυνός. Μέλας, μακρός και δασύς ο μύσταξ, οφρύες νεφελώδεις, γλυκεία και αρμονική η φωνή του».Η φήμη του κλέφτικου αποσπάσματος του Κατσαντώνη αυξήθηκε πολύ, όπως και οι φθορές που προκαλούσε στους Τούρκους και τους Κοτσαμπάσηδες. Έτσι ο Αλή πασάς έβαλε σκοπό να τον εξοντώσει. Όμως δεν τα κατάφερε και έτσι του πρότεινε να τον πάρει στη δούλεψή του, αλλά ο Κατσαντώνης του ζήτησε τριακόσιους μισθούς (λουφέδες), -όσο ήταν και τ’ ασκέρι του, όπως του απάντησε- και ο Αλής δεν δέχτηκε. Έτσι ο πασάς των Ιωαννίνων άνοιξε νέο πόλεμο εναντίον του Κατσαντώνη από το Ξηρόμερο μέχρι τα Άγραφα, περιοχές που κινούταν η κλέφτικη ομάδα του.
Σύμφωνα με μια παράδοση του χωριού Κατούνα Ξηρομέρου, ο Κατσαντώνης είχε γλυτώσει από απαγωγή την κόρη του παπά-Λιάκου από την Κατούνα. Συγκεκριμένα, ένας Τούρκος αξιωματικός από την ομάδα του Γιουσούφ Αράπη αγάπησε την κόρη του παπά και τη ζήτησε σε γάμο, όπως ήταν φυσικό ο παπάς δεν του την έδωσε. Τότε και αυτός την έκλεψε και πήρε τον δρόμο για την Ήπειρο. Ο Κατσαντώνης, που ήταν κοντά, ειδοποιήθηκε γρήγορα και πρόλαβε τον Τούρκο και τους συντρόφους του, τους επιτέθηκε, σκότωσε μερικούς και πήρε την κοπέλα και την επέστρεψε στους γονείς της. Ο Γιουσούφ Αράπης από τότε είχε επιπλέον και δικό του λόγο να θέλει να σκοτώσει ή να συλλάβει τον Κατσαντώνη, γιατί είχε προσβάλει αξιωματικό του και είχε σκοτώσει άντρες του, και έψαχνε ευκαιρία να τον χτυπήσει.
Σύμφωνα πάντα με την αφήγηση από το χωριό Κατούνα, πριν τις Αποκριές μετά τη διάσωση της κόρης της, η γυναίκα του παπά-Λιάκου κάλεσε τον Κατσαντώνη να έρθει να αποκρέψουν μαζί και να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία της κόρης τους. Γρήγορα μαθεύτηκε πως ο Κατσαντώνης θα κατέβαινε στη Κατούνα να αποκρέψει. Φυσικά το έμαθε και ο Γιουσούφ Αράπης και κίνησε με τους άνδρες του να χτυπήσει το κλέφτικο ασκέρι του Κατσαντώνη.
Ο Κατσαντώνης ήρθε από νότια, πέρασε τον Αχελώο από την περαταριά της Γουριάς το μεσημέρι και το σούρουπο έφτασε στην Κατούνα μαζί με τους άνδρες του. Και αφού γλέντησαν στο σπίτι του παπά μέχρι το πρωί, μαζί με τους προεστούς της περιοχής, οι κλέφτες κοιμήθηκαν λίγο και πριν το χάραμα έφυγαν για τα Άγραφα. Έτσι ο Αράπης δεν τους πρόλαβε στην Κατούνα και άρχισε τα μαρτύρια στους φτωχούς Κατουνιώτες για να του μαρτυρήσουν τον δρόμο που πήρε ο Κατσαντώνης. Τελικά δεν μπόρεσε να πάρει καμμία πληροφορία και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Η δράση του Κατσαντώνη είχε αρχίσει να φοβίζει πολύ τώρα πια τον Αλή πασά και το 1804 ανέθεσε στον Γιουσούφ Αράπη, διορίζοντάς μάλιστα τον γενικό αρχηγό με απόλυτη εξουσία ζωής και θανάτου στους χριστιανούς, να τον βρει και να τον σκοτώσει. Ο Αράπης κατέβηκε στο Ξηρόμερο με 1.200 Αλβανούς Λιάπηδες, στρατοπέδευσε  στην Κατούνα και περιμένει να κατέβουν οι Κατσαντωναίοι με τα κοπάδια τους να ξεχειμωνιάσουν στην περιοχή της Κατούνας, των Αχυρών και της Κομπωτής, όπως έκαναν κάθε χειμώνα.
Για να πιέσει την κατάσταση και να ελέγξει τους ντόπιους ο Αράπης έστειλε έναν αξιωματικό του, τον Αρβανίτη Κουτσούκ Μουσταφά μπέη, με 150 Αρβανίτες και συνέλαβε όλους τους προεστούς και τους προύχοντες του Ξηρομέρου και του Βάλτου και τους οδήγησε στην Κατούνα. Όμως ο Κατσαντώνης έμαθε τα γεγονότα, αφού οι προεστοί είχαν προλάβει να τον ειδοποιήσουν, κατέβηκε κρυφά στον Βάλτο και ακολουθούσε από μακριά τους Αρβανίτες που είχαν συλλάβει τους προεστούς του Βάλτου και τους πήγαιναν στην Κατούνα. Μαζί τους οι Αρβανίτες είχαν στρατολογήσει και 200 χωρικούς φοβούμενοι επίθεση των κλεφτών. Όταν πέρασαν τα επικίνδυνα σημεία ο Μουσταφά μπέης άφησε τους χωρικούς να φύγουν. Ο Κατσαντώνης παραφύλαγε και τους χτύπησε σε ένα στενό πέρασμα κοντά στην Κεχρινιά και ύστερα από μια ώρα αιματηρής μάχης σκοτώθηκαν όλοι σχεδόν οι Αρβανίτες μαζί και ο αρχηγό τους Μουσταφά μπέη. Μόνον 5 κατάφεραν να γλυτώσουν, οι οποίοι, τρεπόμενοι σε φυγή, φώναζαν: «Δε χόρτασες ωρέ Κατσαντώνη από Τούρκους, άφησέ μας να δώσουμε χαμπέρι τι έγιναν οι συντρόφοι μας». Από τους άντρες του Κατσαντώνη σκοτώθηκαν 3 και πληγώθηκαν 5, ενώ τραυματίστηκαν και 2 προεστοί ελαφρά. Έτσι απέτυχε και αυτή η προσπάθεια του Γιουσούφ Αράπη να συλλάβει τον Κατσαντώνη και τους άνδρες του.
Τον Γιουσούφ Αράπη, μετά τις αποτυχίες του να συλλάβει τον Κατσαντώνη, ο Αλής τελικά τον αντικατέστησε με τον Άγο Βάσιαρη μουχουρντάρη (σφραγιδοφύλακα), ο οποίος επιτέθηκε στον Κατσαντώνη αλλά ηττήθηκε. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Β. Δίπλας.
Σε μια συμπλοκή στην Κρύα Βρύση το 1805 ο Κατσαντώνης σκότωσε με τα χέρια του τον περίφημο Αλβανό στρατηγό του Αλή Βελή Γκέκα, ο οποίος είχε ορκιστεί στον Βεζύρη ότι θα του έφερνε το κεφάλι του Κατσαντώνη.Καθώς ο Κατσαντώνης πήγαινε στη Λευκάδα το 1807, καλεσμένος σε σύσκεψη Ελλήνων, ο Αλής, που είχε πληροφορηθεί για αυτή, έκλεισε τα περάσματα από την Ακαρνανία για τα παράλια του Ιονίου, απ’ όπου θα μπορούσε να μπαρκαριστεί ο Κατσαντώνης για τη Λευκάδα. Ο Κατσαντώνης κατέβηκε από τον Βάλτο και χωρίς να τον εντοπίσουν έφτασε στο χωριό Βούστρι όπου στάθηκε για να εφοδιαστεί, αφού οι άνδρες του είχαν δυο μέρες χωρίς τροφή. Οι Αρβανίτες του Γιουσούφ Αράπη όμως τους περίμεναν εκεί και πριν μπουν στο χωριό τους χτύπησαν ξαφνικά. Τα παλικάρια του Κατσαντώνη άντεξαν σε επιθέσεις επί τέσσερις ώρες και μη έχοντας άλλη επιλογή, αφού οι εχθροί τους είχαν πια περικυκλώσει, όρμησαν με τα σπαθιά στα χέρια και διέφυγαν σκοτώνοντας πολλούς Αρβανίτες (περίπου 20). Από τους κλέφτες σκοτώθηκε ένας και πληγώθηκαν δύο. Η νίκη αυτή έκανε τους σκλαβωμένους να αναθαρρήσουν και τον Αράπη να φύγει για μια ακόμα φορά ντροπιασμένος για τα Γιάννενα. Από εκεί οι κλέφτες πέρασαν τα Ακαρνανικά βουνά και έφτασαν στην παραλία σχεδόν τρέχοντας. Βλέποντας την ορμή και το θάρρος τους οι Τούρκοι της Ζαβέρδας δεν τόλμησαν να βγουν μπροστά τους και να εμποδίσουν το μπαρκάρισμά τους στη Λευκάδα. Εκεί ο Κατσαντώνης έλαβε μέρος στη γνωστή σύσκεψη των οπλαρχηγών και προεστών για την προετοιμασία της Επανάστασης. Η σύσκεψη έγινε στις 1 Ιουλίου 1807, ύστερα από την πρόσκληση του Καποδίστρια, και όλοι οι συμμετέχοντες έδωσαν τον όρκο για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Το όνομα του ξακουστού κλέφτη είχε πια γίνει θρύλος στον Βάλτο και το Ξηρόμερο και κυλούσε από στόμα σε στόμα από την Αιτωλοακαρνανία μέχρι τα Άγραφα και τα Γιάννενα. Στον Αχελώο υπάρχει ακόμα ένα σημείο όπου ο ποταμός έχει πλάτος μόνο τρία μέτρα και λέγεται του Κατσαντώνη το Πάτημα, γιατί λέγεται πως ο κλέφτης περνούσε από εδώ τον ποταμό με ένα πήδημα. Επίσης, στο βουνό Μπούμιστος του Ξηρομέρου, του οποίου η βόρεια πλευρά έχει πυκνό δάσος ελάτης, λέγεται ότι τα έλατα φύτρωσαν από σπόρους που έφερναν οι Κατσαντωναίοι με τα τσαρούχια τους κάθε φθινόπωρο που κατέβαιναν, γιατί όπως λένε «σε Ξηρομερίτικο βουνό έλατο δε φυτρώνει». Εκτός από την ιστορία με τα έλατα του Μπούμιστου, υπάρχει και ένα ύψωμα στο Ξηρόμερο με το όνομα του ονομαστού κλέφτη, η κορυφή νοτιοδυτικά από το Λυκοδόντι λέγεται Κατσαντώνη.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση του Βάλτου, στη Λεπενού ο Κατσαντώνης είχε πάρει όμηρο την αρχόντισσα Νικολάκαινα Κουτζομπίνα και την άφησε αφού πήρε λύτρα. Λέγεται πως η αρχόντισσα πριν είχε στείλει ανθρώπους της και πήραν με το ζόρι τραγιά από το κοπάδι των Κατσαντωναίων. Το παρακάτω δημοτικό μιλάει για αυτό.
«Αντώνης από τ’ Άγραφα κι οι κλέφτες απ’ το Βάλτο
Πατήσανε τη Λεπενού και τη Μεγάλη Χώρα.
Πήραν άσπρα, πήραν φλουριά, πήραν μαργαριτάρι,
Πήραν τη Νικολάκαινα, πρώτη κοτσαμπασίνα».

Η φήμη του Κατσαντώνη ήταν πια μεγάλη όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και είναι γνωστό πως οι Ρώσοι του πρότειναν να καταταχθεί στα τάγματά τους στα Επτάνησα (τα οποία οι Ρώσοι κατείχαν από το 1800-1807), όμως αυτός δεν το δέχτηκε απαντώντας στους Ρώσους πως «η Ρωσία δεν έχει ανάγκη από αυτόν, ενώ τα Άγραφα έχουν». Όμως τελικά ο Αλή πασάς κατάφερε να εξοντώσει τον ξακουστό κλέφτη ύστερα από προδοσία και αφού τον βρήκε άρρωστο και ανήμπορο. Το ιστορικό της σύλληψης του Κατσαντώνη και του Χασιώτη έχει ως εξής. Ο Αντώνης προσβλήθηκε από ευλογιά και κρύφτηκε σε ένα σπήλαιο της Ακαρνανίας με τους αδερφούς του Χασιώτη, Λεπενιώτη και τέσσερις συντρόφους. Εκεί τους εφοδίαζε ένας βοσκός, όμως γρήγορα ο Αλής το έμαθε και έστειλε τον Άγο Βάσιαρη με στρατό από Αρβανίτες. Αυτός μαθαίνει από προδότες για τον βοσκό και τον συλλαμβάνει, ο οποίος, ύστερα από σκληρά βασανιστήρια, μαρτύρησε τη σπηλιά που ήταν κρυμμένος ο άρρωστος Κατσαντώνης.
Γρήγορα οι Αρβανίτες του Βάσιαρη κύκλωσαν το μέρος γύρω από τη σπηλιά. Τα αδέλφια του Κατσαντώνη και τέσσερις άνδρες του αμύνονταν για μέρες. Όμως οι Αρβανίτες είχαν πλησιάσει πολύ και κινδύνευαν να μπουν στη σπηλιά. Τότε ο Χασιώτης άρπαξε στους ώμους του τον Αντώνη και βγήκε έξω τρέχοντας, ενώ οι υπόλοιποι με τα σπαθιά τους έδιωξαν τους Αρβανίτες και έτσι διέφυγαν όλοι από τη σπηλιά. Επί εφτά ώρες ο Χασιώτης κουβαλούσε τον αδερφό του στους ώμους του ενώ τους κυνηγούσαν οι Αρβανίτες. Τελικά τους κύκλωσαν σε μια χαράδρα κοντά στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη στο Παλιοκάτουνο Άρτας και έτσι οι Έλληνες συμφώνησαν να παραδοθούν ο Κατσαντώνης και ο Χασιώτης. Ο Βάσιαρης τους οδήγησε στα Γιάννενα, όπου ο Αλής προσπάθησε να μάθει που είχε κρύψει ο Κατσαντώνης τα χρήματά του, αφού στην σπηλιά ο Βάσιαρης δεν βρήκε τίποτα. Όμως ο Κατσαντώνης δεν μαρτυρούσε και τελικά οδηγήθηκε, μαζί με τον αδελφό του Χασιώτη, στον ιστορικό πλάτανο, όπου οι δύο αδελφοί πέθαναν ύστερα από βασανιστήρια και τη συντριβή των οστών τους. Όσο διαρκούσε το μαρτύριο ο Κατσαντώνης έλεγε περιφρονητικά στον Αλή: «Έρμα γρόσα, έρμα γρόσα». Τα δύο παλικάρια πέθαναν στον πλάτανο στα τέλη Σεπτεμβρίου 1808.
Το όνομά του Κατσαντώνη έμεινε θρυλικό ακόμα και μέχρι σήμερα και τραγουδήθηκε από τα χείλη του λαού όσο κανενός άλλου κλέφτη. Είναι ο πιο ξακουστός και ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος του Ρουμελιώτη κλέφτη της προεπαναστατικής περιόδου, που έγινε ο φόβος και ο τρόμος όλης της αρβανιτιάς και του Αλή πασά. Η απώλειά του είχε αρνητικά αποτελέσματα για το προεπαναστατικό κίνημα στη Δυτική Ελλάδα. Μετά τον θάνατό του μερικοί από τους άνδρες του πήγαν και εντάχθηκαν στην υπηρεσία του Αλή πασά στα Γιάννενα (Δημοτσέλιος, Γ. Τσόγκας Γ. Καραϊσκάκης κ.ά.), όπου μερικοί έμειναν μέχρι την κήρυξη της Επανάστασης.
Ακόμη και σήμερα το όνομά του Κατσαντώνη αποτελεί θρύλο και την ενσάρκωση του ατίθασου και ανυπότακτου αγωνιστή.

 Δημοτικό του Κατσαντώνη
«Έχετε γεια ψηλά βουνά και σεις κρύες βρυσούλες
και σεις Τζουμέρκα κι’ Άγραφα, παλικαριών λημέρια.
Αν δείτε τη γυναίκα μου, αν δείτε και το γιο μου
πείτε τους πως με πιάσανε, με προδοσιά και δόλο.
Αρρωστημένο μ’ εύρανε,ξαρμάτωτο στο στρώμα.
Σαν το μωρό στην κούνια του,στα σπάργανα δεμένο».
  —————————————————-
Βιβλιογραφία
Σταμέλος Δημ. Βίος  Κατσαντώνη. Εστία, 1980.
Φραγγίστας Επαμ.  Βίος Κατσαντώνη. Αθήνα, 1963.
Χαβέλλας Θ. Α. Ιστορία των Αιτωλών. Αθήνα, 1883.
Μπαρμπαρούσης Γ. Σ., Μπαμπίνη Αιτωλοακαρνανίας. Αθήνα: Ίαμβος, 2009.
Κουτιβής Ε. Δ. Μπαρμπαρούσης Γ. Σ., Οι δάφνες δεν έφτασαν για όλους. Αθήνα, 2022
Λουκόπουλος Δημ. Ξηρόμερο και Βάλτος. Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος, 1934.
Yemeniz Eugene. Scenes et recute des guerres. Paris, 1869.
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 14
Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου, τ. 10 

*¨ Οι κλέφτες και οι αντάρτικες ομάδες λέγονταν και Ζορμπάδες και Ασίζηδες (ΜΕΕ τ. 14).

Γεώργιος Σπ. Μπαρμπαρούσης