28 Νοεμβρίου 2022 6:16 μμ

Λατρεμένε γέρο Χειμώνα! Όσο θυμάμαι… ζεις… (του Θοδωρή Γεωργάκη)

 

thodoris_gΓράφει ο
Θοδωρής Γεωργάκης

Φουριόζος έρχονταν ο χειμώνας στο χωριό μου. Στα σπίτια ήταν σχεδόν όλα έτοιμα για τις ανάγκες και τα χρειαζούμενά τους. Είχαν αγοράσει τα μαγειρέματα, φασόλια, φακή και μπίζα απ’ τη Χώρα, λαθύρια απ’ την Καρυά, είχαν γεμάτη την Καπάσα με ελιές κολυμπάδες, δυό τενεκέδες με παστές σαρδέλες, στα τεράστια βαένια η «Νιάτσα», το νέο κρασί, είχε ήδη αρχίσει να αδρεύει και απ’ το αρχικό γλυκόπιοτο να γίνεται πιο … αντρίκιο, όπως έλεγαν, το στάρι του καλοκαιριού είχε γίνει αλεύρι στον μύλο του μπάρμπα Τέλη του Καρούσου. Όλα έτοιμα για τον μακρύ χειμώνα, που σαν κίναγε του Αγίου Φιλίππου με τις βροχές, σταματούσε του Ευαγγελισμού!

1_georgakis_xeimonasΣτ’ αντλιακό!

Νωρίς τ’ απόγιομα εκεί στ’ αντλιακό καθισμένος, καθάριζα το μαγέρεμα για το βραδινό φαγητό, τη φακή! Δίπλα μου η γριά βαβά μου πάσχιζε να βάλει ένα μπάλωμα στο ήδη μπαλωμένο παντελόνι του παπούλη μου, του προγιαστού, όπως πάντα τον αποκαλούσε… Μπάλωμα πάνω στο μπάλωμα… Ζωή σαν παραμύθι, μιας άλλης εποχής, που η ανέχεια έσπρωχνε τον κόσμο σε επινοήσεις και διάφορες πατέντες, προκειμένου να σταθεί στα πόδια του και να αντιμετωπίσει την σκληρή του καθημερινότητα… Παραδίπλα στην βαβά μου η αχώριστη συντροφιά, η γειτόνισσά της η Μαριώ η Πλατ(υ)στομίτισσα! Το συνηθίζανε τούτο στο χωριό, όλες τις γυναίκες που έρχονταν νύφες απ’ τα άλλα χωριά να τις αποκαλούν με το όνομα του χωριού τους! Ποτέ δεν έμαθα το μικρό όνομα απ’ την θειά Καντλιώτισσα, απ’ την Καντήλα Ξηρομέρου, ή την θειά Απολπαινιώτισσα, απ’ την Απόλπαινα, ή την θειά Κομπλιώτισσα απ’ το Κομπλιό, ή την θειά Κατ(ου)νιώτισσα, απ’ την Κατούνα, χώρια της Καβαλισσάνες που τις ονόμαζαν όλες Καλαβρέζες, ή τις Σπανωχωρίτισσες Ζαγανούδες! Κάθε τόσο η γριά γυρνούσε προς το μέρος μου: «Για μπελονιασέ μου τούτο το βλοημένο το βελόνι, άγγονα, γιατί θαμποβλέπω…» Και σαν «έπαιρνε ο ήλιος», σηκώνονταν η γριά και σγουμπά – σγουμπά πήγαινε μέσα στο σπίτι… «Πάω να κολήσω τ’ φωτιά και να βάλω το μαέρεμα, σήμανε ο παπάς … Νάρτουνε το βράδυ ξυλιασμένοι απ’ τσ’ ελιές να βρούνε ένα πιάτο φαϊ…». Μόλις έπαιρνε το πρώτο κύλισμα το μαγέρεμα, τότε η χαρά μας , η παπάρα, με τον αγκαθό το ψωμί και το ζουμί απ΄το πρωτοκύλισμα του φαγητού… «Όχι όλο τον καρπό, πρόσταζε η γριά, να μείνει φαϊ και για τσ’ αποσταμένους το βράδυ…».

2_georgakis_xeimonasΤο μαέρεμα στην πνιάτα για τσ’ αποσταμένους απ’ τις ελιές!

Εκείνα τα ατέλειωτα βράδια του χειμώνα όλοι καθισμένοι γύρω απ’ την γωνιά με την αναμμένη φωτιά! Δέκα άτομα μέσα στο σπίτι! Έξι παιδιά, ο πατέρας, η μάνα, ο γέρο παπούλης και η γριά βαβά. Όλοι γύρω απ’ την γωνιά, για το βραδινό φαγητό. Ποτέ δεν καθόμαστε στο μεγάλο βαρύ και χειροποίητο ξύλινο τραπέζι, αυτό ήταν για τις … Καλές Μέρες! Γυρνούσε η μάνα ανάποδα την πινακωτή, έστρωνε επάνω το μεσάλι και ήταν το αυτοσχέδιο τραπέζι μπροστά στην γωνιά, μπροστά στη φωτιά, γιατί στο αβέρτο κατόι του σπιτιού η παγωνιά ήταν δυνατή. Έξω ο Γραίος να λυσσομανά σφυρίζοντας ανατριχιαστικά! Τα τέσσερα μεγάλα πεύκα στην αυλή της εκκλησίας του Αϊ Γιωργιού, να γονατίζουν μέχρι τη γη και να κάνουν εκείνο το παράξενο βουερό φρίκιασμα των πεύκων, που περόνιαζε την καρδιά! «Κακά μαντάτα για τον καιρό, έλεγε ο παπούλης, βλέπω η γάτα που νείβεται στον Γραίο ακόμα!» Μια εμπειρική οιωνοσκοπική πρόβλεψη για τον καιρό, βασισμένη στην στάση που είχε το ζωντανό, εκείνη την ανέμελη στάση, που καθισμένο στα δυο του πισινά πόδια, αμέριμνο με τα μπροστινά πόδια και την ρόδινη γλωσσίτσα του να πλένει το πρόσωπό του, μια στάση που οι γεροντότεροι την ερμήνευαν μετεωρολογικά…

Μια κοινωνία ολάκερη στον ρυθμό της… μέθεξης γύρω στο μπουχαρί, στον ρυθμό της άγιας οικογένειας, που συζητούσε ώρες ατέλειωτες για όλα τα θέματα, για τις ξωμάχικες δουλειές, για τις ετοιμασίες των γιορτών που πλησίαζαν, για τα θέματα της μικρής κοινωνίας του χωριού, για το καράβι που βούλιαξε στη Φαλκονέρα και πήρε μαζί του τόσες ψυχές, για το ποιά ημέρα θα κάναμε σαν οικογένεια το Σαραντάρι στην εκκλησιά, για το πότε θα κάμουν τις ελιές στο λιτροβιό, για το ποιός θα πάει στη χώρα να ψωνίσει τα χρειαζούμενα για τη φαμελιά, ζάχαρη, καφέ, σπαέτο, μπακαλιάρο, κοφίσι, φασόλια και μπότες για μας τα παιδιά! Αυτές οι γαλότσες… Απ’ την πολυφορεσιά είχαν κάνει γαϊτάνι στο καλάμι του ποδιού μας! Τις φορούσαμε μέχρι τον Μάρτη μήνα!

3_georgakis_xeimonasΈτοιμη και η προμάδα! (Αρχείο ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΝΕΑ)

Σαν τέλειωνε το φαγητό και ο προγραμματισμός για τις δουλειές τις επομένης, έπιανε δουλειά ο παπούλης και με τις ιστορίες του και τα παραμύθια μας ταξίδευε σε χώρες και τόπους αλαργινούς… Πλάνταζε η παιδική μας φαντασία τόσα που γνώριζε ο γέροντας και μας τα διηγούνταν με στόμφο και ζήλο μεγάλο… Σαν είχαν τελειώσει τα λεφτά απ’ την γλίσχρα σύνταξη και δεν είχε την δραχμούλα να με στείλει να του πάρω τέσσερα τσιγάρα «ΜΑΤΣΑΓΓΟΣ» απ’ την κούτα του μπακάλικου, έβγαζε απ’ την σουταμπάρκα του την ταμπακέρα και έστριβε νωχελικά ένα «λαθραίο» τσιγάρο με καπνό και φυλλαράκι χαρτί που τα προμηθεύονταν λαθραία απέναντι απ’ το Ξηρόμερο… Είχαν άτυπη συμφωνία μεταξύ τους οι χωριανοί, όσοι βρίσκονταν στο Ξηρόμερο, για δουλειά, ή εμπόριο, έπρεπε να φέρουν στους υπόλοιπους καπνό για το τσιγάρο τους… Έκανε μάτσο τα φύλλα του καπνού ο γέροντας και με ένα κοφτερό μαχαίρι, απάνω στο καρεκλάκι, ψιλόκοβε τον καπνό για το «λαθραίο»! «Βλέπεις, μου έλεγε, τόμαθα από μικρός και τώρα δεν μπορώ να το κόψω… Να φανταστείς πως στα νιάτα μου, άμα δεν είχα τσιγάρο ή καπνό έκοβα ξεραμένα αμπελόφυλλα και κάπνιζα… Εσύ να μην το βάλεις στο στόμα σου…» Τον άκουσα δια βίου τον γέροντα… Έξω ο δαιμονισμένος αέρας και βροχή με την ίδια συχνότητα, να χτυπούν τις λαμαρίνες στο διπλανό αχούρι για τα ζωντανά… Μια παράξενη «μελωδία», μια μοναδική «ραψωδία» των στοιχείων της φύσης χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη της νοσταλγίας και της άσπιλης ζωής…

4_georgakis_xeimonasΣτο δρόμο της επιστροφής! (Αρχείο του αείμνηστου Μπάμπη Λάζαρη)

Αφού, λοιπόν, τέλειωνε το φαγητό, και μαζί του όλες οι κουβέντες των μεγάλων για τις αγροτικές δουλειές τις επόμενης μέρας, έρχονταν η δικιά μας σειρά… Έλα, παπούλη, πές μας κανένα από κείνα τα παραμύθια που ξέρεις! «Κινητή βιβλιοθήκη» ο γέροντας, που είχε γεννηθεί το 1901, αν και ολιγογράμματος θυμόνταν πράγματα και θάματα! Παραμύθια, ιστορίες, αυτοσχέδια Λευκαδίτικα ποιήματα! Όλα, όπως μας έλεγε, του τα είχε μάθει ο δικός του παπούλης, ο παπα Στάθης ο Παποράκης, που γεννήθηκε το 1800 και ήταν ο «γιερεύς» του χωριού, όπως υπέγραφε με τα κολυβογράμματά του, σε κάποια χαρτιά που σώζονταν ακόμη μέσα στη μεγάλη μαύρη κασέλα του σπιτιού και τα οποία με μεγάλο ζήλο ανασκαλίζαμε σαν παιδιά. Γυρνούσε έπειτα ο παπούλης προς την γριά…

– Φέρε, ορή γριγιά, κανέβα ρεβύθι και κανένα πλατοκούκι να φκιάσομε «φακόλια», για να πίνω καμιά βολά και να λέω και κανένα παραμύθι στ’ αγγόνια. Ράθυμα και νωχελικά σηκωνόνταν η γριά βαβά, φορώντας εκείνο το απίθανο κοντέσι με το κόκκινο γαϊτάνι περιμετρικά, πήγαινε πίσω στο κατόι και έβαζε μέσα στην μπροστοποδιά της δυό απλοχέρια ρεβύθια και ξερά πλατιά κουκιά, τα έφερνε στον παπούλη, ο οποίος τα άπλωνε πάνω στην γωνιά, τους έβαζε από πάνω κάρβουνα απ΄την φωτιά, αυτά ήταν τα περίφημα «φακόλια», που γίνονταν ένα καταπληκτικό φαγητό έτσι ψημένα, ένα κι ένα για τις βολές του κρασιού…

5_georgakis_xeimonasΗ βαβά μας! Δεύτερη μάνα! Μας μεγάλωσε!

Και άρχιζε ο παπούλης…

ΤΟ ΣΤΑΡΟΚΡΙΘΑΡΟ ΚΑΙ Η ΚΑΚΙΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χήρα μάνα, ό άντρας της είχε σκοτωθεί στο δάσος, σαν προσπαθούσε να κόψει τα μεγάλα δέντρα, για να κάνει ξυλοκάρβουνο, να το πάει στην πόλη, να βγάλει λίγα χρήματα, να ζήσουν. Η χήρα μάνα μεγάλωνε το μονάκριβο γιό της, που τον έλεγαν Ρωμαίο! Ήταν η απαντοχή της, ότι καλύτερο είχε στην ζωή! Τον μάθαινε, πρώτα- πρώτα, να αγαπάει τον κόσμο, τα ζώα, τη φύση και τα δέντρα. Μεγάλωσε ο Ρωμαίος. Έγινε παλλικαρόπουλο και σαν έβγαινε στο δάσος, που δούλευε και ο πατέρας του παλιά, φρόντιζε με κάθε τρόπο να εκτελεί τις συμβουλές της μάνας του. Σαν προχωρούσε στο δάσος και έβλεπε τα μυρμήγκια να περνάνε σε ατέλειωτες ουρές στην σειρά, τότε τα προσπερνούσε με σάλτο, προσπαθώντας να μην πατήσει ούτε ένα από δαύτα! Έπειτα, τριγυρνώντας στο δάσος, όταν έβλεπε τα μικρά κυπαρισσάκια ανάμεσα σε βάτα και σπαραγγωνιές πνιγμένα, αμέσως έβγαζε το κλαδευτήρι, που είχε στο ζωνάρι του και καθάριζε τα κυπαρισσάκια απ’τα ζιζάνια, που το περικύκλωναν, ώστε να μεγαλώσουν και να γίνουν περήφανα δέντρα. Άλλη φορά, σαν ξαναπήγε στο δάσος ο Ρωμαίος, βρήκε δυο παραπεταμένα λιονταράκια. Με μεγάλη χαρά τα πήρε στην αγκαλιά του και τάφερε στη μάνα του. Εκείνη πάντα ψοχοπονιάρα για τα ζώα, τα πήρε και μαζί με τον Ρωμαίο τα ταϊζαν για να μεγαλώσουν! Πέρασαν τα χρόνια, το παιδί έγινε άντρας και έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει ο ίδιος και η μάνα του. Ξεκίνησε, λοιπόν, για τη μεγάλη Χώρα, να βρει δουλειά. Φεύγοντας η μάνα του του έδωσε ένα μικρό βουλωμένο μπουκάλι, που είχε μέσα μαγικό νεραϊδόνερο.

– Πάρε, Ρωμαίο μου, αυτό το μαγικό μπουκάλι, να τόχεις μαζί σου. Το έδωσε στον μακαρίτη τον πατέρα σου μια καλή νεραϊδα του δάσους και τούπε πως, αυτό το μπουκάλι είναι μαγικό! Αν βρεθεί σε κίντυνο και τραβήξει τα καπάκι του μπουκαλιού, τότε θα πεταχτεί με τόση δύναμη το νερό, που με τρόπο μαγικό θα αρχίσουν να χτυπάνε μόνα τους τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού μας, για να με ειδοποιήσουν πως κάτι κακό συμβαίνει στον πατέρα σου, να τρέξω να τον βοηθήσω. Αυτό το μπουκάλι, Ρωμαίο μου, θα είναι για μένα παρηγόρια, θα ξέρω αν είσαι καλά στα ξένα που πηγαίνεις…

6_georgakis_xeimonasΜε τις μαρτίνες μου στην αυλή!

Προχώρησε, προχώρησε στο δάσος ο Ρωμαίος πηγαίνοντας στη μεγάλη Χώρα και σ’ ένα ξέφωτο του δάσους βλέπει έναν μεγάλο πύργο. Ωραίο μέρος για δουλειά, σκέφτηκε ο Ρωμαίος. Μα σαν πλησίασε στον πύργο, αμέσως έτρεξαν οι φύλακες του πύργου…

– Τι θέλεις εδώ παιδί μου, του λένε. Εδώ κατοικεί μια μάγισσα κακιά, που όποιον πλησιάζει στον πύργο της, με τα μαγικά της, τον κάνει δούλο της για πάντα και ξεχνάει μάνα και πατέρα και πατρίδα. Έτσι μας έκανε και μας. Να, την βλέπεις εκεί ψηλά στο γυάλινο δώμα της; Τώρα που μας είδε πρέπει να σε οδηγήσουμε μπροστά της.

Τρόμαξε ο Ρωμαίος, μα η νεανική του ορμή και αποκοτιά δεν λογάριασε και τόσο πολύ τα λόγια των δούλων του πύργου.

– Σε βλέπω καλό και νέο παλικάρι, του είπε η μάγισσα σαν τον οδήγησαν μπροστά της. Μα δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, πρέπει να σε κάνω και σένα δούλο μου, έτσι με πρόσταξε ο θεός μου, που με έκανε μάγισσα, να συμπεριφέρομαι στους ανθρώπους! Μαααα, πριν σε στείλω στην δούλεψή μου, στα χωράφια μου για πάντα, επειδή είσαι όμορφος και δυνατός θα σου δώσω μια ευκαιρία για να γλυτώσεις την αιώνια σκλαβιά. Στην αποθήκη μου έχω έναν τεράστιο σωρό στάρι και κριθάρι ανακατεμένο. Ε, λοιπόν, θέλω να καθίσεις, όσα χρόνια και να σου πάρει, για να ξεχωρίσεις το στάρι απ’ το κριθάρι!

Πάγωσε ο Ρωμαίος σαν άκουσε τι του ζητούσε η μάγισσα. Σκέφτηκε αμέσως τη μάνα του που θα έκανε χρόνια να τη δει, ή και καθόλου μάλιστα αν δεν μπορούσε να χωρίσει το σταροκρίθαρο… Σκέφτηκε προς στιγμήν να ανοίξει το μαγικό του μπουκάλι, να τρέξει η μάνα του σε βοήθεια. Μα ξανασκέφτηκε πως, αν έφτανε και αυτή στον πύργο, τότε και η μάνα του θα γίνονταν αιώνια δούλα της μάγισσας. Κάθισε, λοιπόν, ο Ρωμαίος στην αποθήκη με το σταροκρίθαρο συλλογισμένος και στενοχωρημένος. Από πού να βάλλει αρχή και που σταματήσει. Μια ολόκληρη ζωή χρειάζονταν για να ξεχωρίσει στάρι και κριθάρι σε έναν τόσο μεγάλο σωρό! Εκεί που κάθονταν στενοχωρημένος και απογοητευμένος για την ακατόρθωτη αυτή αποστολή που του άνέθεσε η μάγισσα, παρουσιάζεται δίπλα του ένας στρατός ολόκληρος από μυρμήγκια!

7_georgakis_xeimonasΜια ζωή με την γη του αγκαλιασμένος! (Φωτο FRITZ BERGER)

– Γιατό είσαι στενοχωρημένος, Ρωμαίο, του λένε τα μυρμήγκια. Να, το και το, τους απαντά ο Ρωμαίος. Θα μείνω μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να δω την μάνα μου σκλάβος σ’ αυτή την μάγισσα, αν δεν μπορέσω να ξεχωρίσω αυτόν τον τεράστιο σωρό το σταροκρίθαρο…

– Μη στενοχωριέσαι καθόλου, του απαντούν τα μυρμήγκια! Θυμάσαι, που όταν μας έβρισκες στο δάσος, αναμερούσες με τρόπο και δεν μας πατούσες, σαν μας εύρισκες να δουλεύομε στη γη; E, να λοιπόν, αυτό το μεγάλο καλό που μας έκανες και μας έσωσες την ζωή τόσες φορές, εμείς θα σου το ανταποδώσουμε τώρα. Μην στενοχωριέσαι. Θα φωνάξομε όλα τα μυρμήγκια της περιοχής και είμαστε, να ξέρεις, χιλιάδες! Μέσα σ’ ένα μήνα θα σου έχομε εμείς ξεχωρίσει το στάρι απ’ το κριθάρι! Πράγματι. Σε έναν μήνα τα δουλευταράδικα και καλά μυρμήγκια, που τόση ευγνωμοσύνη χρώσταγαν στον Ρωμαίο, ξεχώρισαν το στάρι απ’ το κριθάρι! Είδε η μάγισσα το αποτέλεσμα και τρελάθηκε, μα δεν μπορούσε να παραβεί τον όρκο της…

– Είσαι γενναίος, Ρωμαίο, του λέει. Πρέπει να σου χαρίσω την ελευθερία σου. Και για τη γενναιότητά σου, να, θα σου φορτώσω δυό μουλάρια στάρι να το πας στο σπίτι σου. Του φόρτωσε η μάγισσα δυό μουλάρια στάρι και το πήγε στην μάνα του, που τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά!

Σαν πέρασε ο καιρός και σώθηκε το στάρι, τότε ξανά ο Ρωμαίος ξεκίνησε για δουλειά στην μεγάλη Χώρα, να φέρει ψωμί και για την χήρα μάνα του. Σα διέσχιζε το γνώριμό του δάσος για κακή του τύχη, συνάντησε έναν τεράστιο δράκοντα, που άρχισε να κινείται απειλητικά εναντίον του για να τον κατασπαράξει. Πάγωσε ο Ρωμαίος. Κόπηκαν τα πόδια του μπροστά στην απειλή για την ζωή του… Μα να, η καλή του τύχη και πάλι τον προστάτεψε. Εκεί κοντά ήταν τα δύο κυπαρισσάκια, που καθάρισε και περιποιήθηκε σαν ήταν μικρός. Είδαν τα κυπαρίσσια, που στα χρόνια που πέρασαν είχαν γίνει περήφανα δέντρα, είδαν τον δράκοντα, που απειλούσε να κατασπαράξει τον Ρωμαίο και τότε, τα περήφανα κυπαρίσσια βάϊσαν τις κορφές του μέχρι τη γη, ανέβηκε πάνω ο Ρωμαίος και σώθηκε απ’ τον δράκοντα!

8_georgakis_xeimonasMε το καμαρωμένο μου αγγόνι!

– Τον ευεργέτη μας δεν θα σώσουμε, μονολόγησαν τα δυό κυπαρίσσια. Εσύ, Ρωμαίε, όταν είμαστε μικρά κα άπλερα δεντράκια, ανάμεσα σε βάτα και σπαραγγωνιές, μας περιποιήθηκες και μας έσωσες. Ε, λοιπόν, ήρθε η σειρά μας για να σου ανταποδώσομε την ευεργεσία σου… Όμως το τεράστιο φίδι δεν έφευγε, αλλά έμενε κάτω απ’ τα κυπαρίσσια, περιμένοντας πως κάποια στιγμή ο Ρωμαίος, αναγκασμένος απ΄τη δίψα και την πείνα θα κατέβαινε και τότε θα τον έκανε μια χαψιά… Σκέφτηκε, ματασκέφτηκε ο Ρωμαίος με ποιο τρόπο θα ξέφευγε απ’ το μεγάλο θηρίο. Και τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το μαγικό μπουκάλι, που του έχε δώσει η μάνα του! Ανοίγει το καπάκι του μπουκαλιού και με ορμή πετιέται έξω το μαγικό νερό… Αμέσως, τότε, στο φτωχικό του σπίτι άρχισαν τα πορτοπαράθυρά του να χτυπάνε με δύναμη. Τράμαξε η δύστυχη η μάνα του… Κατάλαβε πως ο Ρωμαίος της κινδυνεύει πολύ. Αλλά που να τρέξει και που να πάει, αφού δεν γνώριζε που βρίσκεται ο γιός της. Σκέφτηκε αμέσως τότε τα λιονταράκια της, που στο μεταξύ είχαν γίνει θερία λιοντάρια! Τα αφήνει αμέσως ελεύθερα και αυτά τρέχουν στο δάσος και ψάχνουν παντού τον Ρωμαίο! Κάποια στιγμή τον βλέπουν πάνω στα κυπαρίσσια και το τεράστιο θηρία στην ρίζα τους να τον απειλεί. Σαν είδε το θηρίο, τότε τα λιοντάρι, που είναι ο βασιλιάς των ζώων, μέριασε, σύρθηκε στη γη και χάθηκε στο δάσος και ο Ρωμαίος γλύτωσε την ζωή του… Και γύρισε και πάλι ζωντανός στην μάνα του…

Και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα…».

– Βλέπ(ε)τε, λοιπόν, παιδιά μου, μας έλεγε ο παπούλης. Στη ζωή μας πρέπει να κάνομε δυο πράματα. Να χρωστάμε χάρη σε όποιον μας βοηθάει και να λογαριάζομε ακόμα και τα μπιρμπύγκια…

10_georgakis_xeimonasΗ Άγια Οικογένεια με τους παπούδες παρόντες! (Αρχείο Κώστας Σκλαβενίτης)

ΚΙ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Ο ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ!

Άλλο βράδυ ο παπούλης είχε να διηγηθεί…

«Απόψε θα σας πω για τον Κολοβελώνη και τους βατράχους, ξεκίνησε ο γέροντας… Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια μεγάλη οικογένεια στην άκρη ενός ποταμιού. Ο πατέρας, η μάνα και εφτά αδέρφια. Ο πατέρας πήγαινε στο δάσος, έκοβε ξύλα, μα μάζωνε και τα ξύλα που κατέβαζε το ποτάμι απ’ τα βουνά, τα πουλούσε στην πόλη και ζούσαν φτωχικά με τα χρειαζούμενα. Τα έξι απ’ τα αδέρφια ήταν δυνατά και όμορφα παιδιά, που τα ζήλευε όλο το χωριό. Το τελευταίο παιδί ήταν αδύνατο και καχεχτικό… Τόσο αδύνατο που μπορούσε να περάσει απ’ τον κόλο του βελονιού, γιαυτό και στο χωριό το φώναζαν όλοι αναγελαστικά Κολοβελώνη… Τ’ αδέρφια του πηγαίνανε στο σχολειό, να μάθουν γράμματα, να ξεφύγουν απ’ την τυραγνισμένη ζωή του πατέρα τους… Κοντοστέκονταν εδώ ο γέροντας και άρχιζε τις παραινέσεις σε μας τα παιδιά… Να μάθτε και σεις γράμματα, να πιαστείτε απ’ το Δημόσιο, για να ζείστε… Είδατε το μπάρμπα σας; Έγινε δάσκαλος, πιάστηκε απ’ τη θυρίδα του Δημοσίου και τώρα… «βάρτου με μια βεργούλα!!!» Μου άρεσε τούτη η τελευταία ατάκα του γέρο Κωσταντή και πάντα τη θυμάμαι με συγκίνηση και νοσταλγία… «Βάρτου με μια βεργούλα»! Το έλεγε τακτικά σαν ήθελε να παινέψει κάποιον για μια του επιλογή, που του έφερνε προσωπικό όφελος και πρόκοβε στην ζωή του…

Τα έξι αδέρφια, συνέχιζε μετά την παραίνεσή του, μάθαιναν γράμματα. Ο Κολοβελώνης δεν ήθελε να πάει στο σχολειό, παρά κάθε μέρα κατέβαινε στην ακροποταμιά και έκανε παρέα με τα βατράχια, που ήταν χιλιάδες εκεί, και προσπαθούσε να μάθει τη γλώσσα τους!!! Ανησυχούσε η μάνα κι ο πατέρας, του έλεγαν να πάει σχολειό και να σταματήσει την παρέα με τα βατράχια, μα αυτός επέμενε και καθημερινά βρίσκονταν με τους φίλους τους βατράχους και συνομιλούσε… Κάποια μέρα του χειμώνα, σαν φούσκωσε το ποτάμι και γκρέμισε τη μικρή ξύλινη γέφυρα, τ’αδέρφια του Κολοβελώνη, επιστρέφοντας απ’ το σχολειό, αποκλείστηκαν στην απέναντι μεριά του ποταμιού. Πάσχιζε ο πατέρας του με σχοινιά να τα περάσει εδώθε, μα ήταν τόση η δύναμη του νερού που παράσερνε τα πάντα στο διάβα του… Άρχιζαν οι γονείς να ανησυχούν γιατί θα νύχτωνε και θάμεναν τα παιδιά έξω θροφή στ’ άγρια θηρία. Και εκεί μέσα στην απογοήτευσή τους φτάνει στο ποτάμι ο Κολοβελώνης…

12_georgakis_xeimonasΚαρτέρα ζωή λίγο ακόμα…

– Μη φοβάστε, αδέρφια, εγώ είμαι εδώ τους λέει. Αρχίζει στη γλώσσα των βατράχων να καλεί τους φίλους του τους βάτραχους εκεί στο μέρος του. Πράγματι, χιλιάδες βατράχια με τον βασιλιά τους τον τεράστιο Αρχιβάτραχο έφτασαν στο μέρος εκείνο. Γιατί μας κάλεσες Κολοβελώνη του λέει ο Αρχιβάτραχος, σε βλέπουμε στενοχωρημένο… Το και το τους λέει… Να τα αδέρφια μου είναι απέναντι αποκλεισμένα και θα νυχτώσει και θα κιντυνέψουν απ’ τα θηρία το βράδυ… Πως μπορούμε να τα βοηθήσουμε; Μη φοβάσαι του λέει ο Αρχιβάτραχος. Τώρα θα καλέσω χιλιάδες βατράχια, που βρίσκονται στο ποτάμι, απ’ το βουνό μέχρι εδώ, να πιούν το νερό του ποταμιού, να πέσει το φούσκωμά του και να διαβούν τ’ αδέρφια σου… Πράγματι… Ήπιαν, ήπιαν το νερό χιλιάδες βατράχοι και σε λίγο διάστημα έπεσε το φούσκωμα του ποταμιού και πέρασαν τ’ αδέρφια του Κολοβελώνη και γύρισαν σπίτι τους… Ήταν το πρώτο μεγάλο κατόρθωμα του Κολοβελώνη που τον είχαν όλοι του πεταμού… Βλέπετε έλεγε στους γονείς και τ’ αδέρφια του… Βλέπετε που ότι μάθεις δεν πάει χαμένο… Εσείς μαθαίνετε γράμματα, εγώ μαθαίνω τη γλώσσα των βατράχων και να που σας έσωσα την ζωή…

Στην διπλανή πόλη ο βασιλιάς είχε μια μονάκριβη κόρη, πανέμορφη! Η βασιλοπούλα κατέβαινε στο ποτάμι και έπαιζε με τις φίλες της! Μια μέρα, σαν έσκυψε στο ποτάμι διψασμένη απ’ το παιγνίδι να ξεδιψάσει, κατά λάθος, μαζί με το νερό κατάπιε και ένα μικρό βατραχάκι… Μεγάλη δυστυχία πλάκωσε τότε στο παλάτι. Ο βάτραχος μέσα στην κοιλιά της βασιλοπούλας μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, έβρισκε θροφές, καλοπερνούσε και με τα σάλτα του έκανε την βασιλοπούλα να υποφέρει απ’ τους πόνους. Μαράζωνε ο βασιλιάς σαν έβλεπε την κόρη του σε αυτά τα χάλια. Κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς να την θεραπέψουν, μα κανένας δεν μπορούσε… Απελπισμένος έβγαλε μια απόφαση πως όποιος μπορέσει να γιατρέψει την κόρη του θα του την δώσει για γυναίκα του και θα του παραχωρήσει και τον θρόνο του να γίνει βασιλιάς… Άκουσε στο χωριό ο Κολοβελώνης για το βάτραχο και την βασιλοπούλα, αλλά και την απόφαση και την υπόσχεση του βασιλιά και μια και δυό πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται μπροστά στον βασιλιά… Σαν τον είδε ο βασιλιάς έτσι αδύνατο και κακόμοιρο οργίστηκε και θέλησε να τον διώξει.. Μα ο Κολοβελώνης επέμενε… < <Πολυχρονεμένε, του λέει, εγώ θα κάνω καλά την κόρη σου… Μα θέλω να τηρήσεις την υπόσχεσή σου που έδωκες σε όλο το λαό…».

13_georgakis_xeimonasΜου μεγάλωσες τα παιδιά με το γάλα σου! (Φωτο FRITZ BERGER)

Δέχτηκε στο τέλος, πάνω στην απελπισία του ο βασιλιάς, να δει ο Κολοβελώνης την βασιλοπούλα. Πράγματι την έφεραν μπροστά του…. Σκύβει πάνω στην κοιλιά της και αρχίζει να συνομιλεί με τον βάτραχο που ήταν στην κοιλιά της… Περνάω καλά εδώ μέσα του λέει ο βάτραχος στη γλώσσα τους, περνάω καλά και βρίσκω όποια θροφή θέλω. Και για πες μου του λέει ο Κολοβελώνης, ποιά είναι εκείνη η θροφή πους σ’ ενοχλεί;
-Τι να σου πω φίλε μου, του απαντά μέσα απ’ την κοιλιά της βασιλοπούλας ο βάτραχος, όλα τα φαγητά είναι θαυμάσια, αλλά αυτή η σκορδαλιά με φέρνει κοντά στον θάνατο…

Άρχισε τότε να τρίβει από χαρά ο Κολοβελώνης τα χέρια του και να φωνάζει: «το βρήκα το φάρμακο το βρήκα»… Αμέσως φωτίστηκε το πρόσωπο του βασιλιά… «Λες, σκέφτηκε, τούτος που δεν τον πιάνει το μάτι σου να βρήκε το φάρμακο;»

14_georgakis_xeimonasΟ παπούλης μου ο Κωσταντής Γεωργάκης (Παποράκης) αν και ήταν ολιγογράμματος γνώριζε και μου έμεθε τόσα πολλά, απ’ τα παραμύθια, τις ξωμάχικες δουλειές, μύθους και θρύλους, μέχρι παλιές ιστορίες του χωριού μας!

– Λοιπόν, βασιλιά μου, του απαντά με ικανοποίηση ο Κολοβελώνης, για μια εβδομάδα η βασιλοπούλα δεν θα τρώει τίποτα άλλο παρά σκορδαλιά…

Πράγματι, σε μια εβδομάδα ο βάτραχος πέθανε μέσα στην κοιλιά της βασιλοπούλας. Λυτρώθηκε και ξαναβρήκε πάλι το κέφι της και τη χαρά της… Τι να κάνει ο βασιλιάς, τότε, θέλοντας και μη θέλοντας, τήρησε την υπόσχεσή του… Πάντρεψε την κόρη του με τον Κολοβελώνη και τον έκανε και βασιλιά…

Είδατε, συνέχιζε με θριαμβευτικό ύφος ο γέρο Κωσταντής. Κανέναν στη ζωή δεν πρέπει να αναγελάς και να τον υποτιμάς, γιατί δεν ξέρεις τι γράφει η μοίρα του καθενός και ποιο είναι το μέλλον του. Ακόμη και αυτοί που τους κοροϊδεύουμε έχουνε στον ήλιο μοίρα και δεν μπορείς να ξέρεις τι θα γίνουν στην ζωή τους… Μπορεί και βασιλιάδες…»

Α, βρε παπούλη Κωσταντή… Έφυγες το 1981. Μα δεν σε ξεχνώ ποτέ… Και σένα, και το υπέροχο βασίλειο των παραμυθιών σου και τις ιστορίες σου και όσα ξωμάχικα έμαθα κοντά σου, μα πάνω απ’ όλα θυμάμαι τη μεγάλη σου καλοσυνάτη καρδιά… Σου χρωστούσα ένα τρισάγιο μνημόσυνο…

http://www.kolivas.de/