28 Νοεμβρίου 2022 5:56 μμ

Η μουστόπιτα της θειά Βαγγελούλας και το φαρομανητό στα «Αλώνια»

 

thodoris_gΓράφει ο
Θοδωρής Γεωργάκης

Διαβαστή μου,
Κι αν γυρίσεις το χρόνο πίσω και στην απαλάμη τις μνήμες στήσεις
Τούτα τα θυμητάρια είναι δικά μου… Είναι δικά σου… Είναι δικά μας…
Καπνός αναθρώσκων! στη μικρή μας Ιθάκη που μας οδηγούν!

Μια δοξογραφία είναι η ζωή, που συνάζει ενστικτωδώς, όχι μόνο όσα θεωρούνται προφανή, μα και μια διαρκής συνύπαρξη με την βαθιά άρνηση… Γιατί πεισματικά οφείλει να αρνείται να φιλιωθεί με τον χρόνο, όλα να μην τα τοποθετήσει στο μεγάλο τριβείο της λησμονιάς και αναμεμειγμένα με την μέριμνα της βιωτής ξεθωριάσουν μια για πάντα… Για τούτο και η δική μας οπτική και θεώρηση παλεύει εναγωνίως την εξομείωσή μας με το άγιο παρελθόν, με έναν συνεπή βαθμό επιτήδευσης, ταπεινά θαρρούμε, και βάθος διείσδυσης στον πολιτιστικό μας κόσμο, έτσι όπως συναθροίζεται, σαν αμάλγαμα χρωμάτων, παραστάσεων, εικόνων και πνοών…

Τρία αλώνια υπήρχαν, θυμούνται οι παλιότεροι, στο κέντρο του χωριού μου, στο Πινακοχώρι των Σφακιωτών, και ο χώρος της σημερινής πλατείας, ως εκ τούτου, βαπτίστηκε, από χρόνια πολλά πίσω, «Αλώνια» και όπως άλλα παιδιά λένε «Πάμε στην πλατεία του χωριού μας», εμείς είχαμε το «Πάμε στ’ Αλώνια για να παίξουμε»! Ήταν το Βασίλειό μας! Εδώ αποφασίζαμε, είκοσι – τριάντα αγόρια της γενιάς μου, εκεί στην δεκαετία του 1960, τα παιγνίδια μας και τις ζαβολιές μας. Ειδικότερα το καλοκαίρι, όταν πέφτανε σε όλα τα σπίτια για μεσημεριανό ύπνο και ακούγαμε το πρώτο… ροχαλητό των γονιών μας, πετιόμαστε όλα τα παιδιά σαν ελατήρια και βρισκόμαστε στ’ Αλώνια! Αντιλαμβάνεστε τις φωνές και την φασαρία μεσημεριάτικα, που ανάγκαζαν την θειά μου την Ξύδα, (Χρυσηίδα), του Γιαλομάτη να σηκώνεται φουρκισμένη και να βγαίνει πάνω απ’ τα ξύλα, που είχε στην ποδαριά της αυλής της προς τον δρόμο και να μας παλεύει: «Aϊ μωρές ξεπατωμένα και δεν ανοίξει το σκολειό, θα ειδείτε… Θα τα πώ όλα στο δάσκαλο, πως ένα καλοκαίρι δε μας αφήκατε να κλείσομε μάτι…». Μα, που να χαμπαριάσομε εμείς… Συνεχίζαμε το φαρομανητό μας!

1_faramanitoH ζωή μου… Η ζωή σου… Οι ζωές μας…

Γιατί βρισκόμαστε στα χρόνια, που ο δάσκαλος κάθε χωριού είχε «δικαίωμα ζωής και θανάτου» πάνω μας, ενίοτε και με την ανοχή των γονέων μας… Σχεδόν όλοι οι δάσκαλοι χτυπούσαν με την λούρα, την ξύλινη βέργα, που, τι ειρωνεία, μας διέταζαν να την κόβομε απ’ τα δέντρα και να την καθαρίζομε εμείς τα παιδιά… Σπάνια, εξ όσων γνωρίζω, υπήρξαν δάσκαλοι αυτά τα χρόνια που δεν έδερναν, όχι μόνο γιατί μας συλλάμβαναν αδιάβαστους, μα και γιατί κάναμε φασαρίες στο χωριό και τις πληροφορούνταν απ’ τους χωριανούς… Στο χωριό μου την δεκαετία του 1950 δάσκαλος ήταν ο Βασίλης Μπουρσινός ή Μανόλης απ’ την Καρυά, όπου έρχονταν με ένα ποδήλατο στο Πινακοχώρι, και, όπως μολογούσαν οι μεγαλύτεροι, ήταν φόβος και τρόμος…

Μάλιστα, το 1961, όταν επρόκειτο να πάω στην πρώτη τάξη, τρέμαμε στην ατυχία να έχομε τον Μανόλη δάσκαλο… Και τρέμαμε γιατί του είχαμε κάνει μαζί με τον Λάμπρο τον Γεωργάκη (Μεργιάννη) και τον Κώστα τον Κτενά (Αγγελίνας) μια «λαδιά», την προηγούμενη χρονιά, πριν πάμε στην πρώτη τάξη, και φοβόμουνα μην το θυμηθεί… Μπήκαμε κρυφά στο γραφείο του, όταν αυτός έκανε μάθημα μέσα στην μεγάλη αίθουσα, και φάγαμε ζάχαρη και σκόνη άσπρο γάλα, αυτό που πίναμε βρασμένο το πρωί στο σχολειό εκείνα τα χρόνια, και το έμαθε… Το περίφημο γάλα στου σχολειού τα πρωινά μέσα στα αυτοσχέδια κύπελα από βαζόγαλα ΒΛΑΧΑΣ, στα οποία έβαζε ένα χερούλι ο μπάρμπας μου ο Τάσος ο Καλατζής και γίνονταν κύπελα!

2_faramanitoΔημοτικό Σχολείο Πινακοχωρίου στα 1955! Δάσκαλος ο Μανόλης!

Τελικά, αποδειχθήκαμε τυχεροί, έφυγε ο Μανόλης και ήρθε ο Χριστόδουλος ο Χαλικιάς, ο οποίος έμεινε σχεδόν όλη την δεκαετία του 1960, μαζί με την γυναίκα του την Άννα την Ασπρογέρακα, γιατί ήδη το σχολειό μας είχε γίνει διθέσιο. Έδερνε και αυτός, όχι, όμως, όπως ο Μανόλης… Προσωπικά του οφείλω πάρα πολλά! Έμαθα κοντά του άριστα, ώστε να τα θυμάμαι σε όλη μου την ζωή, όλα τα γλωσσικά μαθήματα, ιστορία, γεωγραφία, μυθολογία, θρησκευτικά! Ήταν φοβερός δάσκαλος σε γνώσεις και μεταδοτικότητα, με αποτέλεσμα τα περισσότερα απ’ τα παιδιά της γενιάς μου, που πέρασαν απ’ τα χέρια του, να προκόψουμε στα γράμματα και στην ζωή. Με αγαπούσε πάρα πολύ, ενώ, όταν ήμουν στην έκτη τάξη, με έβαζε, θυμάμαι, και έκανα αλληλοδιδακτικό μάθημα στα άλλα παιδιά… Μια αμοιβαία αγάπη, αφού μέχρι το 2021, που έφυγε απ’ την ζωή, όταν βρισκόμαστε στη χώρα, ή έρχονταν στην τράπεζα, που ήμουν διευθυντής, είχαμε τις καλύτερες αναμνήσεις να θυμηθούμε! Μόνο μια φορά θυμάμαι να μου δίνει και εμένα δυο ξυλιές με τη βέργα στα χέρια για μια απαράδεκτη μεγάλη ζαβολιά που είχαμε κάνει ομαδικά…

Τι είχαμε κάνει… Η θεια Βαγγελούλα του Τσαλαούτα, που το σπίτι της ήταν κάτω απ’ το σχολειό, είχε φτιάσει μουστόπιτα, την οποία τοποθετούσαν στο χωριό φελιά πάνω στο πλαστήρι και την έβαζαν στον ήλιο, ώστε να ξεραθεί για να την έχουν τον χειμώνα! Πράγματι, όταν ξεραίνονταν δημιουργούσε γύρο από κάθε φελί μια κρούστα, η οποία κρούστα συντηρούσε αναλλοίωτο το περιεχόμενο της μουστόπιτας! Την πίθωναν οι βαβάδες μας και την τρώγαμε τον χειμώνα εκεί στην γωνιά, μετά το φαγητό, σαν γλυκό, ή την έκοβαν κομματάκια και την έβαζαν και στα σπερνά, που έφτιαχναν στα σπίτια! Το πλαστήρι της γεμάτο φελιά, λοιπόν, η θεια Βαγγελούλα το τοποθέτησε πάνω στην ταρατσούλα μιας αποθήκης που είχε στον κήπο της! Πρόκληση μεγάλη για εμάς τα παιδιά, έτσι όπως την βλέπαμε πάνω απ’ το σχολειό…

Προσπαθήσαμε πολλές φορές να πάμε να την φάμε, αλλά ήταν περιφραγμένος με συρματόπλεγμα ο κήπος της και δεν μπορούσαμε να περάσομε να την τιμήσομε δεόντως… Και μια και δεν μπορούσαμε να την φτάσομε την βάλαμε με πέτρες στο σημάδι πάνω απ’ το σχολειό!!! Δέκα δεκαπέντε παιδιά την πετροβολούσαμε και όπως ήταν ακόμη μαλακή πολλές πέτρες καρφώνονταν στη μουστόπιττα και την κάναμε μωσαϊκό!!! Aνακάλυψε τη ζαβολιά μας ο μπάρμπα Γεράσιμος ο Καραμέλας, απ’ τις φωνές και την οχλαλοή που κάναμε, γιατί καθόντανε στην αυλή του με την γυναίκα του την θεια Ξάφω, το σπίτι του ήταν ενδιάμεσα στο σχολείο και της θειά Βαγγελούλας και έβαλε τις φωνές: «Bαγγελούλα, Βαγγελούλα, έβγα, μαρή, να ιδείς τι σου φκιάσανε τα σχολταρούδια…». Φουρκισμένη αυτή βγήκε και είδε την καταστροφή… Έστησε έπειτα καρτέρι στο δρόμο απ’ τον οποίο ανέβαινε ο δάσκαλος στο σχολειό και του έδειξε την «πετρωμένη» μουστόπιτα… Ποιός είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε τότε… Μας έβαλε όλα τα μεγάλα αγόρια στη γραμμή και απαιτούσε να του πούμε ποιοί το έκαναν… Κανείς δεν μιλούσε… Οπότε το πρόσταγμα ήταν «απλώστε τα χέρια»… Δυο ξυλιές ο καθένας με τη βέργα στα χέρια ήτανε η τιμωρία, αφού κανείς δεν μιλούσε και δεν πρόδινε τους φταίχτες…

3_faramanitoΚεκαρμένοι εν χρώ… Η ζωή οπλισμούς δεν ζητάει… Ανυπόδητοι… Πάμε…

ΟΙ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΕΣ ΜΑΣ ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ…

«Στα αλώνια», στο βασίλειό μας! Εκεί, λοιπόν, που στις μεσημεριανές μας «συσκέψεις» αποφασίζαμε που θα πάμε, μες στο καταμεσήμερο, όταν δεν υπήρχε ψυχή στα χωράφια περιμετρικά του χωριού και ο Ζώης ο δραγάτης κοιμόνταν, (φόβητρο μεγάλο ο δραγάτης, μας κυνηγούσε με έναν βούρδουλα που είχε), να κόψομε φρούτα να φάμε, κορόμηλα, δαμάσκηνα, βρακατσάνους, απίδια, σταφύλια αλλά να μάσομε και αμύδαλα να τα πουλήσωμε στον Γιώργη τον Θωματσά!

Η πρώτη εξόρμηση ήταν στην κορομηλιά του Πέτρου του Τράμπα… Περνούσαμε σιγά – σιγά εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Περάτη, πηγαίναμε κάτω απ’ την μεγάλη κορομηλιά καμιά δεκαριά από εμάς και με μία πέτρα ο καθένας, μπαμ – μπαμ, ρίχναμε κάτω τα κορόμηλα, μέχρι να σηκωθεί ο μπάρμπα Πέτρος και ο γιός του ο Τάσος, απ’ την φασαρία, τα είχαμε μαζέψει και είχαμε γίνει Λούης… Άλλη φορά βάζαμε στο στόχαστρο την δαμασκηνιά που είχε ο μπάρμπα Μίχος ο Τσίγκενες, στο πρώτο σπίτι στα Λαζαράτα. Παίρναμε το δρόμο της Γκιόκας, φτάναμε κάτω απ’ το σπίτι του Τσίγκενε, και αρχίζαμε το πετροβολητό στην δαμασκηνιά… Μέχρι και εδώ να σηκωθεί ο μπάρμπα Μίχος, εμείς είχαμε αποδράσει με τα δαμάσκηνα, τα οποία τα βάζαμε στον κόρφο μέσα απ’ το φανελάκι που φορούσαμε, για να τα φάμε με την ησυχία μας, γυρνώντας, που αλλού, στα «Αλώνια».

4_faramanitoΣφακιώτες, οι αγροφύλακες! Από αριστερά του Κάβαλου ο Νώντας ο Κούρτης, στο μέσον ο δικός μας ο Ζώης Γεωργάκης και δεξιά των Λαζαράτων ο Θωμάς ο Λάζαρης. Πόσες φορές σου ξεγλυστρούσαμε σαν χέλια μπάρμπα Ζώη…

Όταν, αρχές του Αλωνάρη είχαν γίνει οι βρακατσάνοι, τα πρώιμα σύκα, τότε οι εξορμήσεις μας ήταν και μακρύτερα του χωριού! Σαν λαγωνικά ανακαλύπταμε που υπάρχει γεμάτη βρακατσανιά και την επισκεπτόμαστε μες στο καταμεσήμερο! Είχε δυο τρεις στην σειρά ο μπάρμπα Ναπολέων ο Μπούρας, στην Παραβολή, λίγο πιο κάτω απ’ το σημερινό γήπεδο των Σφακιωτών, οπότε αντιλαμβάνεστε πως είχαν την τιμητική τους! Έπειτα είχε μια μεγάλη βρακατσανιά ο Θωμάς ο Μαρίνος στην περιοχή Σάμπελα,, αυτή έκανε κάτι μαύρους βρακατσάνους φοβερούς! Όταν την δεκαετία του 1990 την θυμήθηκα και την επισκέφτηκα για να πάρω μοσχεύματα να κεντρώσω μια δική μου, τότε διαπίστωσα με μεγάλη μου λύπη πως είχε ξεραθεί ολόκληρη… Μερικές φορές φτάναμε μέχρι τις Αμουδαρές, πάνω απ’ το ποτάμι της Κακαβούλας, όπου είχε μια βρακατσανιά ο Σαϊτάνης απ’ τους Πηγαδισάνους! Μέχρι εκεί έφτανε η χάρη μας…

Κυρίως, όμως, κάποια απογεύματα τραβάγαμε στα Πηγάδια για δαύτους! Είχε εκεί μέσα στο αμπέλι του ο Σπυρογιάννης ο Σκιαδαρέσης, ή Σαραντάπορος, τον έλεγαν έτσι γιατί είχε πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 στη Μάχη του Σαρανταπόρου, είχε μια τεράστια βρακατσανιά, που έκανε κάτι βρακατσάνους καταπληκτικούς, αφού με το σκάψιμο του αμπελιού καιλλιεργούνταν και η βρακατσανιά! Κάθονταν ο ίδιος και την φύλαγε, γιατί μάζευε κάθε απόγευμα τους βρακατσάνους σε ένα καλάθι και πήγαινε στις Μπαράκες και τους πουλούσε. Εμείς φτάναμε μέχρι το πηγάδι στα Βαρκά, καθόμαστε στον μεγάλο σοφά του πηγαδιού και τον παρακολουθούσαμε τι ώρα θα πάρει το καλάθι να πάει προς τα Λαζαράτα… Και τότε ερχόνταν η σειρά μας… Ηλικιωμένος ο ίδιος δεν μπορούσε να ανέβει στην μεγάλη βρακατσανιά και όσους μάζευε προσπαθούσε να τους μαζέψει από κάτω με ένα καλάμι, που το είχε ανοίξει διχαλωτά στην κορυφή και μέσα στην διχάλα είχε βάλει μια μικρή πέτρα, ώστε να γίνει η υποδοχή του καλαμιού πλατιά και να μπορεί να κόβει τον βρακατσάνο με περιστροφή! Ακαριαία φτάναμε εμείς και ανεβαίναμε σαν αίλουροι πάνω στην βρακατσανιά, εκεί που δεν έφτανε το καλάμι! Αντιλαμβάνεστε τι επακολουθούσε… Όσους τρώγαμε εκεί πάνω και άλλους στον κόρφο μας μέσα απ’ τα φανελάκι για την επιστροφή στο χωριό… Και να μας τρώει το συκόγαλο… Αλλά που να χαμπαριάσουμε εμείς οι αρειμάνιοι θηρευτές της ζωής…

Στα μέσα Αυγούστου, όταν ωρίμαζαν τα σταφύλια, τότε το… κυνήγι μας ήταν τα μοσχάτα και τα ραζακιά! Δυο αμπέλια είχαν την τιμητική τους… Ένα ήταν στην Λαγκαδιά, κάτω απ’ τα σπίτια τα Ασπρογερακαίικα στα Κοντράτα, του Βασίλη του Τσάνε. Είχε κάτι σταφύλια αυτά που έλεγαν φαολάρικα, άσπρα σταφύλια, ραζακί, μοσχάτο και τσαούσι, που ήταν γλυκά σαν μέλι! Δεύτερο αμπέλι ήταν του Θωμά του Μαρίνου στην Παραβολή, με εξ ίσου απίθανα άσπρα φαολάρικα σταφύλια και για μεσημεριανή επιδρομή ήταν το κάτι άλλο, αφού κοιμόνταν η θειά Σταθούλα, η οποία τις υπόλοιπες ώρες αγνάντευε πάνω απ’ το σπίτι της μήπως πάει κανείς και κόψει τα σταφύλια! Που να ήξερε, πως εμείς οι… ακοίμητοι την πιάναμε στον ύπνο…

5_faramanitoΔεκαετία του 1960 «Στα Αλώνια»! Αριστερά ο πρόεδρος της κοινότητος Χρυσόστομος Γεωργάκης και δεξιά ο γραμματέας Φίλιππος Λάζαρης!

ΤΑ ΑΜΥΔΑΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΠΑΚΛΑΒΑΔΕΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑΤΣΑ!

Μα οι μεγαλύτερες… συλλεκτικές μας επιχειρήσεις ήταν όταν γινόνταν τα αμύδαλα τον Σεπτέμβρη μήνα! Τότε ζωντάνευε και το εμπορικό μας δαιμόνιο… Γύρω απ’ το χωριό μας υπήρχαν εκατοντάδες αμυγδαλιές, στην περιοχή της Ράχης κυρίως, του Αλπέτζου, του Κοζομήλια και του Γκαραμάνη, στην Λότζα, στο Καρτέρι, στην Αγία Αικατερίνη, στο Πάνω Πηγάδι, στο Αγνάντιο, στο Καμίνι, στο Καλογερικό, στη Γκιόκα, στον Δωμό, στην Κουμάνα, αλλά και στην Παραβολή, κάτω απ’ το νεκροταφείο, όπου είχε έναν τεράστιο αμυγδαλαιώνα πάνω από δέκα στρέμματα ο μπάρμπα Οδυσσέας ο Κόκλας. Ειδικότερα εδώ στον μεγάλο αμυγδαλαιώνα του Κόκλα, που κατέβαζε φορτώματα αμύδαλα, εφαρμόζαμε και τακτική… Πηγαίναμε δήθεν πως θα βοηθήσομε την γυναίκα του την θεια Αλεξάνδρα και κρυφά κάναμε «χωσάδες» τα αμύδαλα, τα σκεπάζαμε δηλαδή με φύλλα ή με χώμα και επιστρέφαμε έπειτα και τα συγκεντρώναμε… Έ, όλες αυτές τις περιοχές, που προανέφερα, με τις κατάφορτες αμυγδαλιές τις παίζαμε στα δάχτυλα, κάθε μέρα και σε διαφορετική τοποθεσία βρισκόμαστε!

Τι κάναμε… Με πέτρες χτυπούσαμε τις φορτωμένες αμυγδαλιές και έπεφταν κάτω τα αμύδαλα, γεμίζαμε τον κόρφο μας, μέσα απ’ το καλοκαιρινό φανελάκι καλά – καλά και τότε είχαμε δυο επιλογές μπροστά μας, που έπρεπε να πάρομε σύντομα απόφαση… Η πρώτη ήταν να τα πάμε στο σπίτι, οπότε τα βάζαμε μέσα σε μια τεράστια κάλτσα χούλα – χουπ της μάνας μας και τα απλώναμε στον ήλιο στην ταράτσα της στέρνας για να «φρυγούνε» και σαν μαζεύαμε πολλά, πέντε έξι κιλά, πηγαίναμε στον μπάρμπα Νίκο τον Παπαδόπουλο, Κουμπουργιέλο τον λέγαμε, ο οποίος μάζευε τα αμύδαλα για τον συγγενή του τον Κουμπουργιέλο, που έχει το ζαχαροπλαστείο στη χώρα, μας έδινε τα φραγκάκια και τότε τα δίναμε στους πατεράδες μας και θέλαμε όλοι να μας αγοράσει τα παπούτσια ΕΛΒΙΕΛΑ, απ’ τον Κτσούρια ή τον Γράψα στη χώρα, για να μπορούμε να παίζουμε μπάλα!!!

Δεύτερη επιλογή που είχαμε ήταν να τα πουλήσομε την ίδια στιγμή στον μπάρμπα Γιώργη τον Παπαδόπουλο (Θωματσάς)! Πηγαίναμε κάτω στα Λιθάρια, καθόμαστε στο πεζούλι και περιμέναμε να ανοίξει το μαγαζί του κατά τις πέντε το απόγευμα ο Θωματσάς, για να του πουλήσομε τα αμύδαλα. Του είχαμε, μάλιστα βρει και το κόλπο… Του βάζαμε μέσα και πολλά πικραμύδαλα, ανακατεμένα με τα γλυκά… Είχαμε βρει μια πρικραμυδαλιά στην Αγία Αικατερίνη προς την μεριά των Πηγαδισάνων, που κάθε χρόνο σόδειαζε… Πηγαίναμε, μαζεύαμε πικραμύδαλα και τα ανακατεύαμε με τα γλυκά… Επειδή κάτι πονηρεύονταν ο Θωματσάς, εμείς είμαστε πιο πονηροί… Βάζαμε τα γλυκά πάνω – πάνω και από εκεί έπαιρνε ένα και δοκίμαζε, οπότε όλα καλά, όλα ανθηρά!!!Ένα, δύο, τρία φραγκάκια το αντίτιμο, τα οποία ποτέ δεν παίρναμε στα χέρια, τα παίρναμε σε είδος… Έφερνε απ’ τον Τιμόθεο τον Κοψιδά απ’ την Χώρα ο μπάρμπα Γιώργης κάτι καταϊφια και κάτι μπακλαβάδες που ήταν μούρλια!

Άλλοτε αγοράζαμε απ’ το μαγαζί του τα περίφημα μπισκότα ΡΟΥΛΙΑ, τα οποία είχαν μέσα φωτογραφίες ποδοσφαιριστών! Ο Δομάζος, ο Νεμπίδης, ο Παπουτσάκης, ο Βουτσαράς, ο Τουμπέλης, ο Καμάρας, ο Σούρπης, ο Παπαεμανουήλ, ο Γραμμός, ο Κουβάς του Παναθηναϊκού, ο Παπαϊωάννου, ο Πομώνης, ο Νεστορίδης, ο Σκευοφύλακας, ο Βασιλείου, ο Μπαλόπουλος, ο Σεραφείδης, ο Καραφέσκος, ο Σταματιάδης της ΑΕΚ, ο Σιδέρης, ο Μποτίνος, ο Ζαντέρογλου, ο Τσανακτζής, ο Μπέμπης, ο Μουράτης, ο Ρωσίδης, ο Αγανιάν του Ολυμπιακού! Καθένας με την ομάδα του έκανε την συλλογή του, ή τους παίζαμε, άσπρα κόκκινα! Βάζαμε τερματική γραμμή έναν τοίχο και πετάγαμε την φωτογραφία, όποιος έφτανε πιο κοντά στην γραμμή του τοίχου μάζευε όλες τις φωτογραφίες και τις πετούσε ψηλά επιλέγοντας άσπρα, το πίσω μέρος, ή κόκκινα, το μπροστινό μέρος, όσες φωτογραφίες έρχονταν στο χρώμα τις επιλογής του τις έπαιρνε, έπειτα ακολουθούσε ο δεύτερος στην σειρά που ξανάριχνε τις υπόλοιπες κ.ο.κ μέχρι να τελειώσουν όλες.

6_faramanitoΖούμε με τις αναμνήσεις σας! Φωτό μπροστά στο μαγαζί του Θωματσά στα Λιθάρια! Αριστερά ο Γιώργης Παπαδόπουλος (Θωματσάς), ο μαγαζάτορας και εκπληκτικός άνθρωπος, ο πρώτος που έφερε ηλεκτρικό επαγγελματικό ψυγείο στους Σφακιώτες και είχε μέσα του κόσμου τα καλούδια! Στο μέσον ο Γιάννης Λάζαρης (Λελές) και δεξιά ο πατέρας μου Σοφοκλής Γεωργάκης (Παποράκης).

ΤΑ ΑΛΛΑ ΜΑΣ ΓΗΠΕΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ!

Βέβαια, εκτός απ’ το μεγάλο μας «βασίλειο», ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ, είχαμε και τα άλλα μας στέκια, σαν παιδιά, που ήταν τόπος αδιάκοπου παιγνιδιού, ειδικότερα τα καλοκαίρια μέχρι αργά τα μεσάνυχτα, με ένα σωρό παιγνίδια, τον σκλάβο, το κρυφτό, τον πόλεμο, τα βεργιά, τη σκλίτζα – μίτζα, τα καβάλια, τις τριώδες τριάρα και ενιάρα, τη γουρούνα, τα πετίνια, το μπρίτσολα, μα πάνω από όλα το ποδόσφαιρο! Είχαμε τα γηπεδάκια μας να παίζουμε ποδόσφαιρο. Και τι γηπεδάκια… Χωράφια που τα καθαρίζαμε από πέτρες και καλαμιές! Στις «Ελιές του Μπάϊμπα», όπου σήμερα υπάρχει ένα λυόμενο σπιτάκι του Αντώνη Γεωργάκη ή Μπάϊμπα, δίπλα απ’ το σπίτι του Στάθη του Παπαδόπουλου (Ντάρα). Στο γηπεδάκι πίσω στα Παλιομάντρια, κάτω απ’ τα σημερινά σπίτια του Φίλιππου και Γιάννη Γεωργάκη (Μπίλιος). Στα χωράφια του Λάζαρη, όπως τα λέγαμε, αφού ανήκαν στον Κώστα τον Λάζαρη ή Τράκα παλιό διυεθυντή του ΤΑΟΛ με καταγωγή απ’ το Πινακοχώρι και τα οποία χωράφια έσπερνε ο μπάρμπα Γιώργης ο Γιαλομάτης και όταν τα θέριζε αναλαμβάναμε δράση εμείς τα παιδιά και σε μια μέρα τα είχαμε καθαρίσει απ’ τις καλαμιές! Στο προαύλιο του Αγίου Γεωργίου, όπου μας κυνηγούσαν οι χωριανοί γιατί παίζαμε μπάλα κοντά στα μνήματα, αφού το νεκροταφείο ακόμη δεν είχε μεταφερθεί εκεί που είναι σήμερα στην Μάγερα, και σπάζαμε με την μπάλα τους σταυρούς και τα καντήλια απ’ τα μνημεία…

7_faramanitoOι πατεράδες μας στα σκαλοπάτια της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου, το προαύλιο του οποίου χρησιμοποιούσαμε και σαν γήπεδο!

Στο προαύλιο του Αγίου Διονυσίου, επίσης παίζαμε ποδόσφαιρο, ιδίως κάθε Σάββατο μεσημέρι, πριν το κατηχητικό, γιατί εκεί μας έκανε κατηχητικό ο παπά Βαγγέλης ο Χαλικιάς! Η εκκλησία του αγίου Διονυσίου χτίστηκε το 1880 και ανήκει μέχρι σήμερα στους κατοίκους των Κοντράτων και στις οικογένειες Γεωργάκη των Λαζαράτων. Το τέμπλο του ναού, το οποίο είναι υπέροχο, σκάλισε ο ξυλογλύπτης Ανδρέας Ανδρέου απ’ το χωριό Ιδάλειον της Κύπρου το 1888, όπως αναφέρει η πινακίδα πάνω απ’ την Ωραία Πύλη του ναού! Εδώ στον άγιο Διονύσιο το Σάββατο το απόγευμα πάνω στον γυναικωνίτη μας έκανε κατηχητικό ο παπά Βαγγέλης ο Χαλικιάς, με το σήμα του κατηχητικού στο πέτο και το βιβλιαράκι που γράφαμε το δίδαγμα και το ρητόν του μαθήματος, τα οποία τα γράφαμε και στον πίνακα που είχε η εκκλησία! Μάλιστα, ο παπάς μας σήκωνε αγόρια και κορίτσια και μας υπαγόρευε το δίδαγμα και το ρητόν να το γράψομε, ελέγχοντάς μας αν γνωρίζαμε ορθογραφία! Εμείς τα αγόρια μαζευόμαστε νωρίτερα στο προαύλιο του αγίου Διονυσίου και παίζαμε ποδόσφαιρο, ή αρχίζαμε τον πετροπόλεμο με τους Λαζαριάτες, που έπαιζαν και αυτοί απέναντι στο προαύλιο του αγίου Σπυρίδωνα!

8_faramanitoΟι πριν από εμάς… Η πρώτη ποδοσφαιρική πεντάδα του Πινακοχωρίου την δεκαετία του 1950! Από αριστερά Νιόνιος Γεωργάκης (Τράμπας), Θοδωρής Γεωργάκης, αδερφός του Νιόνιου, Άγγελος Λάζαρης (Κοζομήλιας) και καθήμενοι, Παναγιώτης Γεωργάκης (Μόρτης) και Βαγγέλης Σκιαδαρέσης

Η αυλή του Σχολειού μας, όμως, τεράστια και καθαρή, ήταν ιδανική για ποδόσφαιρο! Είχε φτάσει τότε την δεκαετία του 1960 στο σχολειό μας ένα μεγάλο ξύλινο κασόνι που μέσα είχε παιγνίδια, σχοινάκια, φιλέ για βόλεϊ και μπάλες! Αχ αυτές οι μπάλες! Πρώτη φορά βλέπαμε δερμάτινη μπάλα, από εκείνες που είχαν λαιμό και δένονταν από πάνω με δερμάτινο σχοινί ή σπάγγο, κάτι άλλα συμπαγή τοπάκια, που μάλλον ήταν για το άγνωστο σε μας σημερινό χαντ μπολ! Το ξύλινο αυτό κιβώτιο, που είχε μέσα και κάτι τενεκεδάκια κίτρινο τυρί, θυμάμαι, μου είχε προκαλέσει μικρό παιδί τεράστια εντύπωση, αφού έξω είχε μια μεγάλη σφραγίδα με δυο χέρια σφιχτοδεμένα μεταξύ τους! Σήμερα καταλαβαίνω πως ήταν μια μορφή της ΟΥΝΤΡΑΣ, όπως έλεγαν την Αμερικάνικη μεταπολεμή βοήθεια στη χώρα μας! Α, τι μάχη δίναμε στο μεγάλο διάλλειμα για την μπάλα… Ενώ τα κορίτσια χόρευαν ή έπαιζαν τις τριόδες και τα πεντόβολα, εμείς τα αγόρια ικετεύαμε στην κυριολεξία τον δάσκαλο τον Χριστόδουλο τον Χαλικιά, Πλάκια τον λέγαμε, να μας δώσει τη μεγάλη δερμάτινη μπάλα να παίξομε… Σχεδόν άκαμπτος πάντα μας αρνούνταν με την αιτιολογία πως θα σπάζαμε τις λάστρες απ’ τα πολλά παράθυρα του σχολείου… Μας την έδινε μόνο όταν πηγαίναμε εκδρομή πίσω στη μεγάλη στέρνα του χωριού και παίζαμε πάνω στον τσιμεντένιο χώρο της στέρνας!

Το άχτι μας το βγάζαμε τα Σαββατοκύριακα, αφού είχαμε και τα απογεύματα των καθημερινών τότε σχολείο, όταν με δικά μας νάϋλον τόπια παίζαμε στο προαύλιο του σχολείου μας, αλλά με μεγάλο κίνδυνο… Ο κίνδυνος άκουγε στο όνομα μπάρμπα Λίας Τράμπας και Ζώης δραγάτης… Ο Λίας ο Τράμπας μας κυνηγούσε γιατί κάτω απ’ το προαύλιο του σχολείου ήταν ο κήπος του, που έδενε το άλογο και όταν έπεφτε από κάτω η μπάλα αυτό αγρίευε και φρούμαζε, με αποτέλεσμα να πιάνει την μπάλα, όταν έπεφτε από κάτω και την έσχιζε με τον σουγιά του… Το ίδιο μας έκανε και ο Ζώης ο δραγάτης, για να μην σπάσομε, έλεγε, τις λάστρες απ’ το σπίτι του, μας την έσκιζε και αυτός… Καταλαβαίνετε τη λύπη μας, αφού, έστω αυτή τη ναϋλον την μπάλα, την προμηθευόμστε με χίλιες στερήσεις στο πανηγύρι στην Ανάληψη στον Φρυά, όταν οι πλανόδιοι έμποροι έφερναν, μαζί με τα άλλα παιγνίδια και τις περίφημες «τύχες», τυλιγμένα χαρτάκια, που κόστιζαν μια δραχή και μέσα έγραφαν τι δώρο κερδίζεις! Και εμείς βέβαια, παρακαλούσαμε την θεά τύχη να μας δώσει την μπάλα!

Το επίσημο γήπεδό μας, πάντως, ήταν στου Αγίου Σπυριδώνου τα χωράφια, στην Μάγερα, όπου είχαμε τοποθετήσει και ξύλινα πρόχειρα δοκάρια!!! Εμείς τότε χρησιμοποιούσαμε για γήπεδο όχι το χωράφι πάνω απ’ τον δρόμο, που είναι σήμερα το γήπεδο των Σφακιωτών, αλλά το χωράφι κάτω απ’ τον δρόμο, που βρίσκονται σήμερα τα νεκροταφεία Λαζαράτων και Πινακοχωρίου! Εδώ δίναμε τους αγώνες με τα άλλα χωριά, την Καρυά, τα Λαζαράτα, τα Ασπρογερακάτα, μέσα στις πέτρες και στις αγκαθερές παλαμονίδες, που τα σκληρά αγκάθια τους σε τρυπούσαν διαπεραστικά ως το κόκαλο…

9_faramanitoΣτο επίσημο γήπεδό μας του Αγίου Σπυριδώνου τα χωράφια, εκεί που σήμερα είναι το κανονικό γήπεδο των Σφακιωτών! Ο γράφων Θοδωρής Γεωργάκης δεκαεπταετής σε πρώτο πλάνο και πίσω οι συμπαίκτες μου στα… αποδυτήρια ετοιμάζονται για τον αγώνα!

ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΣΤΑ ΛΑΖΑΡΑΤΑ!

Στις ψυχαγωγικές μας ανάσες θα εντάξομε τον καλοκαιρινό κινηματογράφο στα Λαζαράτα! Ήταν μια απίθανη γιορτή για παιδιά και μεγάλους, εκεί στην δεκαετία 1965 – 1975, όταν ο Λίας ο Λάζαρης, Καρούσος, και ο γιος του ο Θοδωρής, έφεραν την πρώτη μηχανή προβολής κινηματογραφικών ταινιών και κάθε Κυριακή απόγευμα είχε προβολή. Παρέες – παρέες εμείς τα παιδιά απ’ το Πινακοχώρι πηγαίναμε στις Μπαράκες για σινεμά, με το πουλοβεράκι δεμένο στη μέση, γιατί το βράδυ είχε ψύχρα μέσα στη Λίμνη… Ένα δίφραγκο το εισιτήριο, που ήτανε δυσεύρετο εκείνη την εποχή, οπότε και πάλι βάζαμε μπροστά το πανούργο μας μυαλό… Περιμέναμε να αρχίσει να παίζεται το έργο και τότε, απασχολημένος ο Λίας στη μηχανή, δεν μας έπαιρνε χαμπάρι που, σαν γάτες, μπαίναμε στο χώρο της προβολής, από μια μικρή τρύπα που είχαμε ανοίξει στο χάρμποτ με το οποίο είχε περιφράξει τον χώρο της προβολής!!!

Είδαμε τον Βέγγο, τον Χατζηχρήστο, τον Κούρκουλο, τον Φούντα, τον Αλεξανδράκη, τον Κατράκη, τον Φέρτη, τη Βουγιουκλάκη, τη Χρονοπούλου, τη Λάσκαρη, μεγάλο γεγονός στα παιδικά μας μάτια, που μολογούσαμε την υπόθεση του έργου στους γονείς μας! Συντηρητική κοινωνία, τότε, και σε κάθε φιλί των πρωταγωνιστών, άκουγες και τα ασχετικά ευτράπελα, ή όταν μερικές φορές κόβονταν η ταινία και υπήρχε διακοπή, όλοι εμείς οι «παρείσακτοι» αρχίζαμε τις φωνές: «Σάξτο Λία…». Και σαν τέλειωνε η παράσταση τότε πάλι η παρέα γυρνούσε στο χωριό, με όρεξη για τραγούδι στον δρόμο της επιστροφής, με Βιολάρη και Πουλόπουλο! Στο σπίτι με περίμενε το πιάτο με τις τηγανητές πατάτες σκεπασμένο! Φρόντιζε για τα πάντα η μάνα μου!

10_faramanitoΚατά τη διάρκεια της Δικτατορίας έφερναν σινεμά και τα περίφημα ΤΕΑ. Στα πλαίσια της επικοινωνιακής τους πολιτικής παρουσίαζαν ταινίες ηθικοπλαστικού περιεχομένου στα χωριά του νησιού, ειδικότερα το καλοκαίρι! Στο χωριό μας παρουσίαζαν την ταινία στην πλατεία, εκεί που αργότερα κτίστηκε το σημερινό Κοινοτικό γραφείο, πάνω σε ένα σεντόνι που έστηναν στον τοίχο του σπιτιού της Ευτυχίας του Μπαγατά, που είχε καφενείο ο Λάκης ο Σεληνάκης. Μάλιστα ο επικεφαλής ανθυπολοχαγός, μας έβαζε όλα τα μκρά παιδιά και γυρνούσαμε το χωριό φωνάζοντας: «Ήρταν τα ΤΕΑ… Ήρταν τα ΤΕΑ και φέρανε σινεμά», οπότε, όπως γίνεται αντιληπτό, γέμιζε η πλατεία και μάλιστα και με γυναίκες μεγάλες και μικρές, που δύσκολα παρουσιάζονταν στα Αλώνια… Πριν την προβολή της ταινίας παρουσίαζαν τα περίφημα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, στα οποία εξυμνούσαν τον έργο των συνταγματαρχών, που μέσα τους είχαν και στιγμιότυπα από ποδοσφαιρικούς αγώνες του πρωταθλήματος και τότε εκεί πρωτοείδαμε ο καθένας τα ποδοσφαιρικά του ινδάλματα, ανάλογα με την ομάδα που στήριζε…

O Λίας ο Λάζαρης (Καρούσος) με την κινηματογραφική του μηχανή στα Λαζαράτα! Μνήμες υπέροχες μιας άλλης εποχής!

Στις διασκεδάσεις μας και οι ποδοσφαιρικοί αγώνες, όταν αρχές της δεκαετίας του 1970, έφεραν στις Μπαράκες τις πρώτες ασπρόμαυρες τηλεοράσεις ο Λίας ο Παππάς και ο Σπύρος ο Ντάθας! Κόσμος πολύς στους αγώνες στα δύο αυτά καφενεία στις Μπαράκες, που στέκονταν και όρθιοι… Η μεγαλύτερή μας απόλαυση να βλέπομε τις ομάδες μας και κυρίως στα Ευρωπαϊκά τους παιγνίδια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως πήγαμε μέχρι στην Βαυκερή για να δούμε τους αγώνες του Παναθηναϊκού τότε που έκανε την μεγάλη πορεία στην ευρώπη, το 1971, με την Έβερτον, τον Αστέρα, γιατί εκεί έπιανε καλύτερα σήμα και υπήρχε μια τηλεόραση την οποία είχε φέρει κάποιος Βαυκερίτης μετανάστης στη Γερμανία.

11_faramanitoΑργότερα, δυο – τρία χρόνια, έφεραν τις δύο πρώτες τηλεοράσεις στο χωριό μας στα καφενεία τους ο Γιώργης ο Τράμπας και ο Ζώης ο Καγιάφας! Τότε, λοιπόν, όταν παρουσίαζαν τα πρώτα Ελληνικά σήριαλς, όπως ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ, στα ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ, ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ κτλ, ερχόνταν δειλά – δειλά μέσα στην συντηριτικότητα των ηθών της εποχής και μερικές γυναίκες να δούνε! Ήταν βλέπετε απαγορευτική κάθε δημόσια γυναικεία εμφάνιση στο χωριό μας, αλλά και σε όλα τα Λευκαδίτικα χωριά, αφού έπρεπε να συνοδεύεται από τον άντρα της ή τον αδερφό της και αυτό συνέβαινε κατά κανόνα στα πανηγύρια, όπου και εκεί συνοδευόμενη η γυναίκα από συγγενή ήταν σε φοβερή επίβλεψη και προσοχή από σχόλια και παρόλες, που πάρα πολλές φορές μπορούσαν ακόμη και να αναποδογυρίσουν το πανηγύρι… Εκεί, όμως, που υπήρχε εξαίρεση σε αυτά τα αυστηρότατα ήθη του χωριού, σε σχέση με την γυναικεία παρουσία σε δημόσιο χώρο και δημιουργούνταν πράγματι το αδιαχώρητο και με την παρουσία πολλών γυναικών στο καφενείο, ήταν όταν κάθε Πέμπτη παρουσιαζόνταν το περίφημο ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ, με τον μπάρμπα Γιώργη, τον θρυλικό Διονύση Παπαγιαννόπουλο!

 

 

 

 

 Πινακοχώρι στα 1958! Η γενιά του 1940 έφηβοι πλέον! Κομψότητα και χάρη, παρά τις δύσκολες οικονομικά εποχές…